Hollywood ending 3.5/5 (παίζοντας στα τυφλά) Σχεδόν βρετανός ο Woody Allen και φέτος ίδια εποχή μας φέρνει την επόμενη ταινία του. Ένας εκκεντρικός, κουλτουριάρης και αντιεμπορικός σκηνοθέτης, δέχεται μια πρόσφορα από ένα στούντιο παραγωγής του οποίου ο ιδιοκτήτης είναι ο φίλος της πρώην γυναίκας του. Σε αυτό το σημείο μπλέκει σε μια εσωτερική πάλη νευρώσεων με αποκορύφωμα την ψυχοσωματική τύφλωση του!
Ο Woody Allen επιστρέφει στα πάτρια εδάφη μετά την Αφροδίτη και το σφαίρες πάνω από το μπροντγουει. Για ακόμη μια φορά παίζει τον εαυτό του, δηλαδή ένα άνθρωπο νευρωτικό, με μονομανίες και εξαντλητικό φόβο του θανάτου μαζί με κάθε μεταφορά φυσικά όπως το σκοτάδι, ο ύπνος, η λήθη και όλα τα συναφή που διδάσκονται οι πρωτοετείς ψυχολόγοι. Όμως ενώ η σκηνοθετική του ματιά με τα χρόνια δυναμώνει κάτι που είναι προφανές, καθώς το Hollywood ending είναι καταφανώς ανώτερο από τις προηγούμενες ταινίες του, η υποκριτική του (?) δεινότητα δεν αρκεί για να αντεπεξέλθει σε ένα ρόλο απαιτητικό τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Πράγματι η αδυναμία της ηλικίας είναι έκδηλη σε δυο τουλάχιστον σκηνές, προσωπικά ένοιωσα «αμήχανος» εγκλωβισμένος στην προσπάθεια μου να σεβασθώ τον ιστορικό Allen
Η σκηνοθεσία του είναι σαφής και εύστοχη, υποστηρίζει την ταινία χωρίς να είναι απαιτητική με αποτέλεσμα να είναι απλά ευχάριστη αφήνοντας την ουσία που είναι οι ευφυής χαρακτήρες και οι ξεκαρδιστικές σκηνές. Είναι πραγματική λύτρωση έστω και σποραδικά να βλέπουμε μια γνήσια κωμωδία που δεν εκβιάζει το γέλιο με φτηνά γκαγκς αλλά με πραγματικά έξυπνες ατάκες. Σεναριακα επίσης τα καταφέρνει πολύ όμορφα. Η υπόθεση είναι αβίαστα κατανοητή με ικανοποιητικό βάθος και εύθυμες ανατροπές.
Εκεί που χάνει η ταινία είναι στο γεγονός ότι όλα επισκιάζονται από ένα αυτοσαρκαστικό χωρίς προηγούμενο Woody Allen. Δίνει μόνος του το ρυθμό της ταινίας και ενώ περιβάλετε από εξαιρετικούς ηθοποιούς περνά την αίσθηση ότι δεν του αφιερώνει αρκετό χρόνο, μετατρέπονται σε πιόνια ενός εγωκεντρικού αυνανισμού από πλευράς του Allen που δεν σταματάει πουθενά! σαρκάζει ακόμα και τους γάλλους το πλέον Θέρμο κοινό του. Δυστυχώς εν μέσω όλης αυτής της απολαυστικής ειρωνείας στερεί από αυτή τη ταινία την δυνατότητα να μεγαλουργήσει.
Hearts in Atlantis 3/5 (Καρδιες στην Ατλαντιδα) Οι ταινίες που βασίζονται σε σενάριο από διάσημο τίτλο βιβλίου πάντα διχάζουν τον θεατή, είναι δύσκολο να μπορέσεις να διαχωρίσεις ανάμεσα στο αν οπτικοποιεις ένα βιβλίο η αν μυθιστορηματοποιείς μια ταινία. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων εκμεταλλεύονται το μεγάλο όνομα του βιβλίου και χρησιμοποιούν πολύ πεζές σκηνοθετικές προσεγγίσεις βασιζόμενοι στην δύναμη του σεναρίου. Αυτό συμβαίνει γιατί αφενός είναι πολύ δύσκολο να αποδόσεις ένα βιβλίο σε δυο ώρες και αφετέρου γιατί η εικονοπλαστικη ενός βιβλίου δεν είναι σταθερή όπως το κινηματογραφικό πλάνο, αλλά είναι δυναμική και εξαρτώμενη από τον κάθε αναγνώστη ξεχωριστά.
Η συγκεκριμένη ταινία απομακρύνεται από το βιβλίο αρκετά. Και αυτό λειτουργεί ευεργετικά. Δεν προσπαθεί να αποδώσει την αναλυτική ικανότητα του King όσων αφορά τους χαρακτήρες, και ευτυχώς μένει μακριά από τα υπερφυσικά στοιχεία που στο βιβλίο προσθέτουν τρόμο, που θα έκαναν γραφική την ταινία. Αποδίδει πολύ σωστά το ειδυλλιακό κλίμα που αναπτύσσει ο King στα βιβλία στα οποία η αφήγηση γίνεται μέσω παιδικών χαρακτήρων, αλλά ταυτόχρονα τονίζει και τα προβλήματα που υπάρχουν όπως ακριβός θα τα αντιλαμβανόταν ένα παιδί. Οι εικόνες και τα χρώματα ακολουθούν τον χρόνο της αφήγησης. Έτσι στο παρελθόν έχουμε έντονες αντιθέσεις και μεγαλοποιημένα βιώματα, για παράδειγμα το αποπνικτικά θολό κίτρινο των ζεστών ημερών, οι έντονες αντανακλάσεις του νερού. Στο παρόν τα πάντα είναι πιο μουντά πιο επίπεδα, με πολύ λευκό και μπλε και ευδιάκριτα όρια, μια αντίθεση που υπάρχει για να δείξει την αλλαγή επιπέδου σκέψης ανάμεσα στο παιδικό και το ενήλικο μυαλό.
Δεν αποφεύγει τις τετριμμένες υπό-ιστορίες που ο King χρησιμοποιεί κατά καιρούς το ποδήλατο - ούτε τους γραφικούς «κακούς» που προωθούν τον ήρωα τα ενοχλητικά παιδία -. Αν και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό γιατί γίνεται με μετριοπάθεια, Φιλικά οι χαρακτήρες μένουν στα χνάρια του βιβλίου, δηλαδή είναι όλοι απορία πρωτογενών συναισθημάτων. Η παιδική αγάπη είναι ανιδιοτελής και άμεμπτη, όπως και οι επιθυμίες είναι αστιγμάτιστες από τον δόλο που ενηλικίωση φέρνει. Ο Hopkins σκιαγραφεί πολύ καλά τον ρόλο του, όμως πραγματικά «δεν φαίνετε» δίπλα στα παιδία που δίνουν ερμηνευτικό ρεσιτάλ.
Ο Scott Hicks καταφέρνει να μας δείξει τον ήρεμο και αισθηματικό Steffen King με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Το ερώτημα όμως είναι : «πόσο καλό είναι ένα βιβλίο του King τώρα πια?»
Minority report 4/5 Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένας ταλαντούχος σκηνοθέτης που λεγόταν Steven of Hollywood. Ο σκηνοθέτης αυτός, άγνωστος και νεαρός ακόμα, αποφάσισε να αγνοήσει τον πατροπαράδοτο πολεμικό ηρωισμό που οι κακοί παραγωγοί μέχρι τότε επέβαλαν για τις ταινίες και να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο. Γύρισε ταινίες με λίγα χρήματα και καλή καρδιά που ήταν ανθρωπιστικές και παραμυθένιες. ο Λαός πεινασμένος για μια νότα ευτυχίας και την ανάγκη να επιστρέψει στην παιδική του ηλικία ενθουσιαστικέ με την ιδέα του Steven of Hollywood. Οι ταινίες του έγιναν πασίγνωστες και αυτός εκθρόνισε τους κακούς παραγωγούς και με ελάχιστα στραβοπατήματα δεν σταμάτησε μέχρι τώρα να λέει στον κόσμο παραμυθία αγάπης και αγνών ηρώων.
Οι καιροί άλλαξαν όμως και ήρθε η ώρα να δούμε το σκοτεινό πρόσωπο του Spielberg. Μετά από το ανατρεπτικό για τα δεδομένα του Artificial Intelligence, μια ταινία ύμνο στην αγάπη, επιστρέφει δυναμικά με ένα σενάριο βασισμένο σε ένα διήγημα του Philip Dick που είχε δημοσιευτεί σε ένα περιοδικό επιστημονικής φαντασίας. Ο Dick ήταν βαθύτατα απαισιόδοξος και απογοητευμένος με το ανθρώπινο είδος, ήταν επίσης εξαιρετικά μορφωμένος, και όλα του τα μυθιστορήματα διακατέχονται από τρεις παραμέτρους, επιστημονικοί ορθότητα, ηθική ανάλυση πράξεων και καταστάσεων και μετέωρο πεσιμιστικό τέλος. Συνήθως όλα αυτά βρίσκονται μέσα σε μια μελλοντολογικη κοινωνία, η οποία ελέγχετε από πολυεθνικές εταιρίες και την υψηλή τεχνολογία. Η ταινία παραμένει στα χνάρια του Dick έχοντας το διήγημα ως εφαλτήριο αλλά δεν περιορίζετε από αυτό. Ο ήρωας έχει «ανεξάντλητο» βάθος κάτι αναμενόμενο και ο Tom Cruise δεν είναι καθόλου άσχημος στον ρόλο του, αν και προσωπικά πιστεύω ότι ήταν κάπως περισσότερο action από ότι έπρεπε, χωρίς να μπορεί να φτάσει τον εκπληκτικό Χάρισον Φορντ στο Blade Runner όχι λόγο ελλιπής σύνθεσης του χαρακτήρα αλλά λόγο ερμηνευτικής αδυναμίας και ενδεχόμενος λανθασμένης σκηνοθετικής προσέγγισης. Το στοιχείο του κυνηγημένου τόσο από το σύστημα όσο και από την ίδια του τη ζωή είναι προσεγμένο και τονίζετε από την αίσθηση που σου δίνει ότι δεν έχει επιλογή για τις πράξεις του και ότι απλά είναι μια μαριονέτα ενός ντετερμινιστικα νομοτελειακού κουκλοπαικτη
O ομιχλώδης φωτισμός, σήμα κατατεθέν του spielberg, κάνει και εδώ την εμφάνιση του, αλλά πιο μετριασμένα. Ο υπερπροστατευτικός κόσμος αλλάζει με την τροπή των γεγονότων και μετατρέπετε από ένα ασφαλές κέλυφος σε ένα ασφυκτικό κλουβί. Τα πάντα παρακολουθούνται «για το καλό του πολίτη», η διαφήμιση στο μέλλον είναι απόλυτα εξατομικευμένη με τεράστιες βάσεις δεδομένων δυνητικών προτιμήσεων του κάθε καταναλωτή και πλήρη ψυχολογικά προφίλ στην διάθεση του καθενός. Όλοι το θεωρούν εργαλείο, θολωμένοι από την υλιστική ευμάρεια που τους προσφέρει και εθελοτυφλούν μπροστά στην παράφορη παραβίαση δικαιωμάτων, μέχρι που το σύστημα θα τους κυνηγήσει. Δυστυχώς το αρχικό νευρικό πλάνο με τις απότομες αλλαγές, το διακριτό μοντάζ και τις αντιθέσεις του μαύρου στα τρία τέταρτα της ταινίας παύει, ο σκοτεινός Spielberg υποκύπτει στον εμπορικό και ανθρωπιστικό εαυτό του, η λύση του μυστήριου γίνετε κάπως αμήχανα και το τέλος είναι όχι μόνο προβλέψιμο αλλά και υποτιμητικό για τον Dick. Τα εφε και οι σκηνές δράσεις παρότι εντυπωσιακότατες θα έπρεπε να είναι λιγότερες γιατί πνίγουν τον αφηγηματικό ειρμό. Συνολικά μια πολύ καλή ταινία, που παρά τις ατέλειες της έχει δύναμη, «απόηχο» και σημαντική τροφή για σκέψη.
Ελπίζουμε το μέλλον να μας δώσει ένα ακόμα πιο τολμηρό, σκοτεινό και γιατί όχι «αντιεμπορικό» Spielberg, οπωσδήποτε έχει το ταλέντο και τα εχέγγυα ενός μεγάλου «κιουμπρικου» σκηνοθέτη το μόνο που του μένει είναι να κάνει το βήμα και το μόνο που του λυπεί είναι το θάρρος για κάτι τέτοιο.
Minority report 4/5 (από Innersense)
Όχι, δεν πρόκειται περί επανάληψης, συμφωνώ απόλυτα με την προσεγγιστική αξιολόγηση του epote . Από που να ξεκινήσω και τι να πω γι αυτήν την ταινία.
Θα φανεί ίσως πεζό, άλλα προσωπικά φεύγοντας από το cinema στριφογύριζε μέσα στο μυαλό μου πως τέτοια ταινία επιστημονικής φαντασίας, με τόσο προσεγμένη μελλοντολογική προσέγγιση είχα να δω από το Matrix.
Έμεινα έκπληκτος από την ταινία και πολύ σύντομα κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης της εγκατέλειψα τον προβληματισμό του αν την στήριζαν τα εφέ και το όνομα του Spielberg και παραδόθηκα στο σενάριο της, τροφή προβληματισμού για κάθε διψασμένο μυαλό.
Νομίζω πως τα περιέχει όλα, συναισθήματα, - ναι αυτά που δεν πρέπει να εκφράζουμε εν βρασμώ ψυχής, πλοκή, καλοστημένες ανατροπές και φυσικά πλούσια δράση.
Ομολογώ πως είχα απογοητευτεί από το Artificial Intelligence, το οποίο είχα πάει να δω με πολύ μεγάλες προσδοκίες έχοντας διαβάσει πάρα πολλά. Απογοητευτικά οικτρά και θεωρώ τις τρεις ώρες θέασης του πολύ κουραστικές. Έφτασα στο σημείο να πάω αυτή τη φορά ελαφρά προκατειλημμένος, απέναντι σε ένα ακόμα Hollywood ντιανό κατασκεύασμα. Λίγα λεπτά θέασης ήταν υπέρ αρκετά για να παραδοθώ.
Νομίζω πως ο Spielberg δεν χρησιμοποιεί απλά ομιχλώδη φωτισμό. Κάθε άλλο παρά στην τεχνοτροπία του ΑΙ μοιάζει. Στο Minority Report ο φωτισμός αποκτά σε αρκετά σημεία όγκο δίνοντας μια πολύ διαφορετική αίσθηση του χώρου. Πέρα από αυτό, νομίζω πως τα φίλτρα αυτή τη φορά έκλειναν προς μια shiny αισθητική, δίνοντας ένα pal glowing στα πρόσωπα αλλά και σε άλλα αντικείμενα. Η σύνδεση της ταινίας με το θεϊκό, για μια ακόμα φορά με έκανα να χαμογελάσω. Ο Spielberg άραγε θεωρεί ότι πρέπει να υπάρχει σα συστατικό σε κάθε του ταινία; Τέλος, το μόνο που θα μπορούσα να καταλογίσω ως αρνητικό είναι μάλλον το τέλος της ταινίας. Κρίμα, μετά από τόσες ανατροπές να καταλήξει σε κάτι τόσο προβλεπόμενο αλλά νομίζω πως στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι απλά πταίσμα.
Συνιστάται ανεπιφύλακτα!
City by the sea 3/5 (το σημαδι του δολοφονου) Ο De Niro έχει παίξει 3 φορές συνεχόμενα τον ρόλο του «καλού» αστυνομικού που ακολουθεί την καρδιά του και όχι το περιοριστικό και άδικο σύστημα. Ένας τόσο ταλαντούχος ηθοποιός άρχισε να καταναλώνετε από το Hollywood και να πατρονάρεται επικίνδυνα. Αυτές ήταν οι σκέψεις μου όταν ξεκίνησα να δω αυτή τη ταινία. Τελικά προέκυψε καλύτερη από όσο περίμενα, χωρίς να είναι τίποτα εξαιρετικό. Περνούσε κάποια μηνύματα, και εκμεταλλευόταν το ερμηνευτικό εύρος του De Niro στο έπακρο για να προωθήσει μια ανεκτή σκηνοθεσία και ένα επίσης μέτριο σενάριο με τον καλύτερο τρόπο
Η βασική υπόθεση είναι η δολοφονία ενός αστυνομικού από για την οποία κύριος ύποπτος είναι ο γιος του ήρωα. Ευτυχώς δεν αναλώνεται σε εντυπωσιακές σκηνές δράσης αλλά αναπτύσσει τους χαρακτήρες σύμφωνα με το πλούσιο και επώδυνο παρελθόν τους, η πράξεις τους είναι ανθρώπινες και πολυσχιδείς, ο καθένας έχει τα δικά του μυστικά και φόβους που εν τέλη καθόρισαν την πορεία της ζωής του. Παρότι καλογραμμένοι οι δεύτεροι χαρακτήρες μου άφησαν μια ασαφή αίσθηση συναισθηματικής αστοχίας. Ενδεχόμενος αυτό να οφείλετε στο γεγονός ότι υπερκαλύπτονται από τον De Niro αλλά σε μια ταινία που πραγματεύεται το συναίσθημα θα έπρεπε να είχε προσεχθεί λίγο παραπάνω.
Σκηνοθετικά δεν έχει τίποτα το αξιοπρόσεκτο εκτός ίσως από την λανθάνουσα ερωτική σχέση του φακού με την περιοχή του Long Island που εκφράζετε σε μια πανέμορφη ακολουθία σκηνών στην έναρξη της ταινίας και επίσης στην τελική σεκανς. Φαίνετε σαν να προσπαθεί μέσω της ιστορίας και των αλλαγών των ηρώων να παραλληλίσει και να εξαγνίσει ουσιαστικά την άσχημη μετάβαση αυτής της περιοχής από ένα κοσμοπολίτικο και ζωντανό παραθεριστικό κέντρο σε ένα παρακμιακο γκέτο στην σκιά του Manhattan και την γενικότερη εικόνα της υπέρ εμπορικής Νέας Υόρκης.
Η δραματική λύση έρχεται όπως θα έπρεπε ούτε γλυκά ούτε πικρά, αλλά με την αμηχανία του πραγματικού δείχνοντας μας ότι μόλις τώρα αρχίζουν τα προβλήματα μιας κανονικής ζωής, χωρίς να καλύπτονται από την φτηνή δικαιολογία των εθίμων σε ναρκωτικές ουσίες ούτε από την βολικοτιτα της συνηθείας, γιατί στο τέλος αυτό που θα μείνει είναι ο άνθρωπος.
Heaven 4.5/5 Υπάρχει ένα σημείο από το οποίο και μετά μια ταινία παύει να είναι απλά μια παράθεση όμορφων εικόνων αλλά γίνετε ένα πανέμορφο κονσέρτο, με μαέστρο τον σκηνοθέτη και όργανα το πλάνο, τους ηθοποιούς το φωτισμό και τη μουσική, όπου όλα αυτά δένουν σε μια απαράμιλλη αρμονία, και μαγεύουν τον θεατή με τον ειρμό και την βελούδινη ροή τους. Ελάχιστοι κινηματογραφιστές έφτασαν σε αυτό το επίπεδο, Boniuel, Bertolucci, Κurosawa, Βergman
ανάμεσα τους και ο Kieslowski.
Μετά την εξαιρετικά ανθρωπιστική τριλογία των χρωμάτων ήρθε η ώρα για την επόμενη ταινία του έστω και μετά θάνατον. Όμως η ταινία δεν είναι μόνο αυτό, ο Tom Tykwer παίρνει την σχεδόν παθολογική έμμονη του Kieslowski να εξυμνεί το άτομο και την εμποτίζει μέσα σε ένα μαγευτικό εικονοπλαστικο πλαίσιο, συγκρατεί την επαφή της σκηνής με την μουσική και αφαιρεί τα έντονα gro plan, αναγάγει τους χαρακτήρες σε σύμβολα και πετάει πιο ψηλά από κάθε φορά δίνοντας το δικό του αισθητικό και καλλιτεχνικό στίγμα.
Οτιδήποτε άλλο και να πω για αυτό το αριστούργημα θα είναι φλυαρία, δεν επιδέχεται κριτικής όπως ένας αναγεννησιακός πίνακας δεν επιδέχεται ανάλυσης, απλά δείτε την και απολαύστε τόσο τις εξαιρετικές ερμηνείες όσο και την δική σας ηθική μετάπτωση, γιατί αντίθετα με την ταινία του gaspar noe εδώ ο χρόνος δεν καταστρέφει αλλά προωθεί είτε για καλό είτε για κακό αφήνοντας τους ανθρωπους να κάνουν τις επιλογές τους
harry potter and the chamber of secrets 1.5/5 προσπαθώ να κρίνω τις ταινίες πάντα στο πλαίσιο αναφοράς τους και να τις απολαμβάνω για αυτό που επιχειρούν και τίποτα παραπάνω. Εν γένη μου αρέσουν οι παραμυθιακες ταινίες που σου δίνουν το συναίσθημα Χριστούγεννα μέσα στο - παιχνιδαδικο. Η «ιστορία χωρίς τέλος» η ο αυτοσαρκαστικός «λαβύρινθος», ακόμα και το ματαιόδοξο Goonies ήταν ταινίες που κατά καιρούς απολαμβάνω.
Ομολογώ πως δεν έχω διαβάσει τα βιβλία τα οποία ενδεχόμενος να είναι καλύτερα, όμως η ταινία ήταν κατά τη γνώμη μου απαράδεκτη. Το χαγκγουαρτς πλέον δεν έχει κάτι καινούριο να δείξει και η χημεία των ηρώων είναι ήδη ανεπτυγμένοι με άμεσο αποτέλεσμα να είναι εμφανές το τραγικά αδύναμο σενάριο. Στην προσπάθεια του να κρατήσει το ενδιαφέρον και το μυστήριο τόσο των παιδιών όσο και των ενηλίκων χάνει και των δυο, τα σεναριακα κενά είναι τεραστία και η ιστορικές λύσεις της υπόθεσης επιεικώς ανόητες.
Η μεταβίβαση στον ήρωα δεν γίνετε ούτε καν από τα παιδία το πιθανότερο είναι να ταυτιστούν με την Ερμιόνη- γιατί πράγματι παρουσιάζετε ως ανίκανος, παρατηρεί γεγονότα να συμβαίνουν γύρω του που έχουν σχέση με τη φήμη του χωρίς καμία ουσιαστική παρέμβαση.
Το σκοτεινό ,ενδεχόμενος, κλίμα του βιβλίου στην ταινία προκύπτει μάλλον ως κακός φωτισμός και κλισέ σκηνές παρά ως έχει, τα εφφε φυσικά είναι καλοδουλεμένα, και ουσιαστικά έχουμε μια επανάληψη του πρώτου ακόμα και όσον αφορά το παιχνίδι που παίζουν αλήθεια σκέφτηκε κανείς γιατί δεν κυνηγάνε ΟΛΟΙ τη μικρή μπαλίτσα?- αλλά ακόμα και την ίδια τραγική άγνοια των καταστάσεων που ο Harry έχει.
Νομίζω πως η καλύτεροι φράση που άκουσα για αυτή τη ταινία ήταν από ένα 6χρονο θεατή δίπλα μου, και αυτή ήταν
τίποτα γιατί το μικρό είχε αποκοιμηθεί!
Gost ship -/5 Μια ταινία που θα μπορούσε να ήταν κάλλιστα b-movie αλλά που «προέκυψε» και στα μέρη μας λόγο της αδηφαγίας των multiplexes.
Δεν είναι τόσο η εκτέλεση καθεαυτή αλλά μάλλον η διάχυτη αίσθηση ότι αυτή τη ταινία την έχουμε δει άλλες εκατό φορές και μάλιστα καλύτερα! Τρομακτική ιδιαίτερα δεν είναι ούτε καν εκβιαστικά, χιούμορ δεν έχει, βία ιδιαίτεροι δεν έχει και φυσικά δεν τολμώ καν να αναφερθώ σε ερμηνείες.
Δεν λειτουργεί ούτε καν σαν χαλαρωτικό, η μάλλον καλύτερα, απλά δεν λειτουργεί υπάρχουν πολύ καλύτερες στην θέση της, απλά μην ξοδέψετε τα πολύτιμα χρήματα σας
iriversible 4.5/5 (μη αναστρεψιμος) Ομολογώ πως ξεκίνησα προκατειλημμένος. Περίμενα να δω την αυνανιστική ταινία ενός μισογύνη, φοβικού ανθρώπου που θέλησε να σοκάρει για να γίνει διάσημος. Και είχα δίκιο. Τελικά οτιδήποτε άπτεται τόσο πολύ του marketing καταστρέφεται. Παρόλα αυτά, η ταινία είναι εξαιρετική. Απλά το χειρότερο που θα μπορούσε να της συμβεί, συνέβη: η προσωπικότητα του Γκασπάρ Νοέ. Αν ο σκηνοθέτης ήταν οποιοσδήποτε άλλος, δεν θα είχε δημιουργηθεί όλος αυτός ο θόρυβος και δεν θα έβλεπες στην αίθουσα τη διάχυτη νευρικότητα, ανθρώπων που ήρθαν για να σοκαριστούν, άκουσαν την σκηνή του βιασμού, διαδήλωσαν τον ψευδό-φιλοτεχνισμό και αποχώρισαν επιδεικτικά - πιστέψτε το αν θέλετε, κάποιος είχε φέρει φακό μαζί του.
Η ταινία ξεκινά, ανάποδα, όπως ήδη γνωρίζουμε. Η κάμερα βουτάει, σηκώνεται, περιστρέφεται και αναποδογυρίζει, δεν εστιάζει ποτέ, πυροβολεί ανελέητα τον θεατή με έντονα κόκκινα και πυκνά μαύρα. Η κόλαση είναι το gay club, ο δρόμος με τις τραβεστί, η κόκκινη υπόγεια διάβαση. Ο δαίμονας είναι ο θεατής, που παρακολουθεί φιλήδονα το κεφάλι να πολτοποιείται ανήμπορος να αντιδράσει στην δύναμη των εικόνων. Ο δαίμονας είναι οι τύψεις για την ηδονή της εκδίκησης, για το αίσθημα ότι όλοι μας έτσι θα αντιδρούσαμε στην θέση του ήρωα. Εδώ οι άνθρωποι αποδομούνται στα θεμελιώδη ένστικτα τους: επιθετικότητα, λίμπιντο, επιβίωση. Εδώ η αλήθεια σοκάρει γιατί την γνωρίζουμε εκ τον προτέρων.
Η κάμερα σταματά. Το κόκκινο αντικαθίσταται από έντονο κίτρινο, ζεστασιά, αγάπη. Και όμως, ο χρόνος έχει περάσει, η καταστροφή έχει ήδη συμβεί και το μόνο που μένει είναι η αναπόληση των πραγμάτων που πέρασαν ανεπιστρεπτί. Οι χαρακτήρες είναι γυμνοί από ερμηνείες. Πρωταγωνιστής είναι η κάμερα, το πλάνο, η τραγωδία που έχει συμβεί, ο χρόνος που έχει ήδη καταστρέψει τα πάντα.
Η ταινία τελειώνει, αφήνοντας το θεατή αμήχανο. Δεν είσαι θυμωμένος ή θλιμμένος. Όλα πέρασαν και εδώ βρίσκεται η δύναμη της ταινίας. Η αντιστροφή του χρόνου της διήγησης, εξυπηρετεί τον σκοπό της αντίθεσης, είναι το θρύψαλο που δεν φεύγει αλλά υποσκελίζεται από την τρυφεράδα του ζευγαριού, από την ʼλεξ να διαβάζει ποίηση στο πάρκο, από τον πρώην εραστή και νυν φίλο που δεν ξέφυγε ποτέ από τη σχέση και καλύπτει την ερωτική του επιθυμία με ερωτήσεις σεξουαλικού περιεχομένου. Η κάθαρση έρχεται μόνο και μόνο για να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι ο χρόνος κατέστρεψε τα πάντα.
Η αλήθεια είναι πως το πρώτο μέρος με εκνεύρισε. Δεν μπορούσα να καταλάβω για ποιο λόγο ήταν απαραίτητη τόση βία. Πίστεψα πως όλη η ταινία θα ήταν ένα πρόσχημα, για να παρουσιαστεί ο βιασμός και ο φόνος. Ενώ εν μέρει αυτό είναι αλήθεια, το σύνολο δένει και η ταινία κάθε άλλο παρά αποτροπιαστική είναι. ʼλλωστε δεν ήταν ο σκοπός της αυτός. Το σενάριο είναι υποτυπώδες και η ταινία θα ήταν επίπεδη, αν έλειπε το εύρημα της αντίστροφης του χρόνου αφήγησης. Αν αφήσουμε τους αποσυμβολισμούς και τις υπέρ-ερμηνείες και βιώσουμε καθένας αυτή την ταινία όπως επιθυμεί, αφήνοντας το συναίσθημα να μας κατακλύσει, τότε θα γνωρίσουμε πραγματικά τον σκοπό του Γκασπάρ Νοέ, που κρυμμένος πίσω από το marketing γελάει με το πλήθος των ανθρώπων που χρησιμοποιούν απόλυτα μέτρα και σταθμά για να κρίνουν. Δείτε την, αξίζει ακόμα και αν δεν σας αρέσει
Reign of fire 0/5 (το βασηλειο της φωτιας) Το αναφέρω μόνο για την τιμή των όπλων. Βαρετή γεμάτη κλισέ και εσωτερικές ασυνέπειες, χαρακτήρες χωρίς κίνητρα και προσωπικότητα, η πλοκή υποτυπώδης και επίπεδη και τα εφ τίποτα το καινούριο, πραγματικά απορώ γιατί έχασαν τον χρόνο τους φτιάχνοντας την! Ο 15χρονος ξάδελφος μου είπε ότι την βαρέθηκε!
Silence of the lambs 3.5/5 (η σιωπη των αμνων)
(ναι τώρα το είδα πρώτη φορά ναι το ξέρω ότι είμαι απαράδεκτος!)
Είναι δύσκολο να περιορίσεις αυτή τη ταινία σε ένα μόνο κινηματογραφικό μοντέλο. Όχι γιατί δεν ακολουθεί την πεπατημένη όσον αφορά τα σκηνοθετικά τρικ των θρίλερ ούτε επειδή έχει σενάριο ,πλούσιο, γεμάτο ανατροπές. Ούτε καν γιατί έχει γυναίκα ήρωα, κάτι που στην εποχή του ήταν πρωτότυπο. Για την ακρίβεια ο «κακός» της ταινίας είναι μάλλον στερεότυπος, είναι γκροτέσκος ώστε να μπορούμε να τον διαχωρίσουμε από τους εαυτούς μας, να μπορούμε να τον ξεχωρίσουμε, δεν είναι ακριβός ομοφυλόφιλος αλλά ούτε και αμφιφιλος έτσι ώστε να μην μπορούμε να του επισυνάψουμε ελαφρυντικά από καμία κοινωνικοί ομάδα, είναι απλά παρανοϊκός με ένα ευκολοχώνευτο, απροβληματιστο τρόπο. Φυσικά έχει κίνητρα αλλά είναι τόσο διεστραμμένα που δεν αγγίζουν προσωπικά τον θεατή. Το σενάριο είναι γραμμικό και η σκηνοθεσία αναμενόμενη, κλειστοφοβική με «ασήκωτα» σκούρα χρώματα, σκιές και την απαραίτητη ομίχλη για να αφαιρέσει ακόμα και από την ημέρα την αίσθηση της λύτρωσης που δίνει το φως.
Φυσικά και θα ήταν απλά ένα ενδιαφέρον θρίλερ αν έμενε εκεί, παρολαυτα κυριαρχείτε από τον χαρακτήρα του Hannibal Lecter. Μια μαγευτική ερμηνεία από τον Anthony Hopkins ενός ανθρώπου ήρεμου, μορφωμένου, πανέξυπνου, παρατηρητικού και πέρα ως πέρα διεστραμμένου. Η παρουσία κυριαρχεί παρότι παίζει σε ελάχιστες σκηνές. Η ταινία κλείνει με αυτόν δείχνοντας ξεκάθαρα ποιος είναι ο πραγματικός κακός ,ποιος προωθεί την δράση και την πλοκή. Δίνει την αίσθηση της απόλυτης επίγνωσης των καταστάσεων και η δύναμη του φαίνετε από το γεγονός ότι σκότωσε ένα συγκρατούμενο του απλά και μόνο μιλώντας του.
Όμως ο Hannibal δεν αρκεί από μόνος του, χρειάζεται ερμηνευτικά και το ταλέντο της Jodie Foster στο χαρακτήρα της Clarice που θα αντλήσει την προσωπικότητα του ξεκινώντας από αμοιβαίο σεβασμό για να καταλήξουν σε ένα διεστραμμένο έρωτα. Γυναίκα, στέκει μικρότερη και φαινομενικά αδύναμη μπροστά στους άντρες συνάδελφους της και ο νεκρός πατέρας της επανέρχεται στο πρόσωπο του Crawford του προϊστάμενου της στο FBI. Η Clarice αναζητά καθοδηγήσει, κάτι που βρίσκει στον Lecter, τον εμπιστεύεται με τα πιο απόκρυφα μυστικά της παρά τις συμβουλές του «πατέρα» της και βιώνει από την αρχή τον «αναρχικό» εφηβικό έρωτα που η δύσκολη παιδική της ηλικία της στέρησε. Αναμνήσεις της μας φανερώνονται σποραδικά στην ταινία και δίνουν μια επιτηδευμένη αληθοφάνεια στον χαρακτήρα της, μια απαραίτητη αληθοφάνεια που θα την κάνει ανθρώπινη και προσιτή. Το αντιδιαμετρικα αντίθετο του Lecter, η ταινία έτσι ισορροπεί, είναι όμως μια ισορροπία που στα μυαλό του θεατή είναι ασταθής. Δεν ξέρεις αν πρέπει να τον συμπαθήσεις η να τον μισήσεις, εξ ου και εκείνες οι στιγμές αμηχανίας στο πέσιμο τον τίτλων, και φυσικά η ενθρόνιση του χαρακτήρα του Hopkins ως ο πλέον αναγνωρίσιμος «κακός» της ιστορίας του σύγχρονου κινηματογράφου, ένα σχεδόν ποπ είδωλο.
Τελειώνοντας πρέπει να αναφέρω ότι πράγματι χρειάσθηκαν ορισμένα «καλπάκια» από πλευράς του σκηνοθέτη για να ολοκληρωθεί η «συμπαθής» πλευρά του Hannibal όπως ο γιατρός του που τα κίνητρα του και οι επιθυμίες του είναι κομμένες και ραμμένες έτσι ώστε να φανεί ύπουλος και εκμεταλλευτής. Επίσης πέρα από το δίδυμο Lecter-Clarice η υπόλοιπη ταινία δεν είναι κάτι το εξαιρετικό. Την προτείνω ανεπιφύλακτα αν και δεν νομίζω να υπάρχει κάποιος που να μην την έχει ήδη δει <img border="0" title="" alt="[Smile]" src="images/icons/smile.gif" />
Femme fatal 2/5 Θέλησα να δω αυτή τη ταινία για δυο λόγους, πρώτον είναι του De Palma του σκηνοθέτη του Blow, που λάτρεψα, και δεύτερον γιατί οι φήμες έλεγαν ότι το σενάριο είναι τόσο ασυνάρτητο που καταλήγει να είναι εξαιρετικό. Απογοητεύτικα Είναι ένα κράμα ταινιών νουαρ και των nineties, ένα πάντρεμα αισθητικής που δεν λειτουργεί ούτε καν ειρωνικά, αντίθετα το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που δεν δείχνει να παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό της. οι ερμηνείες είναι προβλέψιμες και επίπεδες, αν και αυτό πρέπει να ήταν σκόπιμο στο πλαίσιο του μεταμοντέρνου νουαρ που επιχειρεί. Τα στοιχεία είναι όλα εκεί, η ξανθιά μοιραία γυναίκα που ωθείται (από την υπέρμετρη σεξουαλικότητα της?) στην στυγνή εκμετάλλευση όλου του ανδρικού πληθυσμού, ο νέος πλην τίμιος καλλιτεχνής -προσωποποίηση κάθε γυναικείου - πόθου, τα διαμάντια και ο πλούσιος άντρας, μόνο που προς ρήξη της παράδοσης εδώ είναι αξιαγάπητος. Τα υπόλοιπα, ακόμα και η σεναριακη ανατροπή, είναι αναμενόμενα. Φυσικά κάθε τόσο προκύπτει και μια σκηνή για να μας θυμίσει ποιος έχει σκηνοθετήσει το έργο, όπως οι κοπέλες που ερωτοτροπούν στην αρχή, η μετάνοια σαν άλλη σταύρωση της πρωταγωνίστριας μέσα στον ποταμό. Δυστυχώς δεν αρκούν για να προσδώσουν στην ταινία τίποτα πάνω από μετριότητα. Συνέλθετε κύριε De Palma μας χρωστάτε μια εξαιρετική ταινία εδώ και τέσσερα χρόνια!
Oceans eleven 3.5/5 (η Συμμορια των εντεκα) Ο Daniel ocean πριν καλά καλά περάσει μια μέρα εκτός φυλακής έχει καταστρώσει ένα σχέδιο για να ληστέψει τρία από τα μεγαλύτερα καζίνο του Las Vegas, και το χειρότερο είναι ότι δεν αμφιβάλει ούτε μια στιγμή ότι θα τα καταφέρει. Φυσικά όπως κάθε ληστής που σέβεται τον εαυτό του δεν το κάνει μόνο για τα χρήματα αλλά και για την πρώην γυναίκα του που τον άφησε για να κάνει σχέση με τον ιδιοκτήτη αυτών τον καζίνο. Το σενάριο ουσιαστικά είναι το σχέδιο του Ocean το οποίο δείχνει απρόσβλητο από όλες τις μεριές ακόμα και αν «εμπλουτίζετε» με μερικά λάθη τα οποία προκύπτουν εξαιρετικά βολικά. Αυτή η τελειότητα όμως δίνει την αίγλη στο σενάριο και κάνει την ταινία διασκεδαστική. Ο Cluney ανταλλάζει συνεχώς ατάκες έρωτα και μίσους με την Julia Roberts και ο χαρακτήρας του εξαιρετικού Andy Garcia δεν είναι τίποτα άλλο από την μέθοδο για να την κερδίσει πίσω, αν τύχει και στην διαδικασία βγάλει και μερικά εκατομμύρια δολάρια ακόμα καλύτερα!
Ο Sondeberg ένας σκηνοθέτης ηθοποιών χρησιμοποιεί το όνομα του και ένα έφυες σενάριο για να μαζέψει ένα απίστευτο καστ που συμπεριλαμβάνει τους πλέον περιζήτητους άνδρες ηθοποιούς και την πιο ακριβοπληρωμένη γυναίκα του Hollywood και παρότι γίνετε συνωστισμός από stars κανένας δεν μένει εκτός ταινίας! Τα πλάνα του και η κίνηση της κάμερας είναι γνώριμα καθώς επίσης και εκείνο το λανθάνον κίτρινο φίλτρο που δείχνει να φέρνει τις σκιές στο προσκήνιο όμως η θεματολογία είναι πέρα για πέρα αλλότρια. Βασισμένος σε μια ταινία του 1960 με πρωταγωνιστή τον Frank Sinatra ξαναγίνετε έντεκα χρόνων και παίζει το αγαπημένο του παιχνίδι ξέγνοιαστος.
Αντίθετα με την ταινία του 60 η ληστεία δεν είναι το κερασάκι στην τούρτα μιας χαλαρής και «εστέτ» ζωής του Frank Sinatra αλλά η κύρια ασχολία δέκα υπέρ cool ληστών. Και πράγματι ποιος μπορεί να πει όχι σε ένα τέτοιο υπερθέαμα. Επιτέλους μια ταινία δράσης με σεβασμό προς τον εαυτό της και τον θεατή. Δεν σκοπεύει να προβληματίσει η να αλλάξει την ζωή μας αλλά να μας δώσει δύο εξαιρετικά ευχάριστες ώρες και ένα χαζό χαμόγελο για το υπόλοιπο της βραδιάς. Διασκέδαση, αγνή διασκέδαση!
Simone 1.5/5 το πιο σημαντικό στοιχείο αυτής της ταινίας είναι η προϊστορία του σκηνοθέτη της, του Αντριου Νίκολ. Ένας ευφυής άνθρωπος με όραμα, που διέπρεψε εν μέσω της χολιγουντιανής αβύσσου «κλέβοντας» και «ξεγελώντας» παραγωγούς και σεναριογράφους. Εκμεταλλεύτηκε την εξασφαλισμένη χρηματοδότηση των στούντιο για ταινίες που αφορούν εύκολα και αποδεκτά σενάρια για να τις δείξει από την δικιά του κοφτερή οπτική γωνία με τρόπο αψύ και καλλιτεχνικά αψεγάδιαστο. Αγαπημένη πτυχή των ταινιών του η ανθρώπινη ηθική.
Το ίδιο προσπαθεί να εφαρμόσει και στο Simone. Εδώ ένας άγνωστος σκηνοθέτης, απηυδισμένος από την ματαιοδοξία και την αλαζονεία τον «μεγάλων» ονομάτων του χολιγουντ εξελίσσει το κατασκεύασμα ένας ημι-παρανοϊκού και ετοιμοθάνατου «κομπιουτεράκια» φτιάχνοντας μια ψηφιακή ηθοποιό όπως αυτός την φανταζόταν και πείθει όλο το κόσμο ότι οι μαγευτικές ερμηνείες της προέρχονται από ένα πραγματικό άνθρωπο.
Η θεματολογία της ταινίας δεν είναι φυσικά το τεχνολογικό κατόρθωμα ούτε οι ψηφιακές ερμηνείες ούτε καν η αλαζονεία τον πραγματικών ηθοποιών. Είναι η ζωή που παίρνει το ψηφιακό κατασκεύασμα του σκηνοθέτη η οποία θα ξεφεύγει από τα χέρια του και παύει να είναι κατασκεύασμα του, που ταυτόχρονα είναι ψεύτικη και ετερόφωτη καθώς ορίζετε από την επιθυμία μας να πιστέψουμε σε κάτι συγκλονιστικό. Και που τελικά κρίνετε βάση μιας ηθικής που είναι κράμα συναισθηματικής ανθρωπιάς και λογικής επιβολής φέρνοντας τον πρωταγωνιστή και τον θεατή σε μια αδιέξοδη εσωτερική σύγκρουση. Ο Νίκολ προβάλει το alter ego του, τις αγωνίες και του φόβους του στον αλ πατσινο με τον ίδιο τρόπο που ο χαρακτήρας του προβάλει το υπερεγώ του στο ψηφιακό δημιούργημα του αγγίζοντας τα όρια της σχιζοφρένιας
Όλα αυτά θα στοιχειοθετούσαν μια αξιοπρεπέστατη ταινία, με πρωτοτυπίες και προβληματισμούς. Δυστυχώς οι αγνές προθέσεις του υπερκαλύπτονται από την υιοθέτηση παιδαριωδών σεναριακών λύσεων - η κόρη που ασχολείται με υπολογιστές - χαρακτήρων κενών και επιπέδων που μόνο τους μέλημα είναι να προωθήσουν το ελλιπές σενάριο κάτι που μάλιστα δεν κάνουν καλά - η πρώην γυναίκα του πρωταγωνιστή -. Σε μια απέλπιδα προσπάθεια, ρίχνει όλο το ερμηνευτικό βάρος στον Αλ Πατσινο που νιώθει «αμήχανος» στο ρόλο του, και παρότι προσπαθεί να δώσει μια ολοκληρωμένη ερμηνεία δεν καταφέρνει τίποτα αφού η σκηνοθεσία είναι υπέρ απλουστευτική κρατώντας το πλάνο και την φωτογραφία αυστηρά μέσα στα πλαίσια του αμερικάνικα αποδεκτού, χωρίς καμία πρωτοτυπία «σακατεύοντας» αισθητικά την ταινία.
Πραγματικά κρίμα, γιατί υπήρχαν προοπτικές για κάτι μεγάλο, ελπίζουμε ο Νίκολ να έμαθε το μάθημα του και την επόμενη φορά να μην φοβηθεί να (ξανά)ανοίξει την πόρτα του υπερβατικού και τολμηρά να αποκαλύψει το ταλέντο που όλοι μας ελπίζουμε ότι έχει.
ONE HOUR PHOTO (από cinefreak66)
(ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΘΑΛΑΜΟΣ)
Σκηνοθεσία: Μαρκ Ρομάνεκ
Παίζουν: Ρόμπιν Γουίλιαμς, Κόνι Νίλσεν, Μάικλ Βάρταν, Ντίλαν Σμιθ, Έρικ Λα Σαλ
Ο Σάιμουρ Πάρις (Σάι) εμφανίζει φωτογραφίες εδώ και 20 χρόνια. Θεωρεί το επάγγελμά του τέχνη. Προς το παρόν δουλεύει ως υπάλληλος στο φωτογραφικό τμήμα ενός απρόσωπου πολυκαταστήματος. Διαθέτει την άψογη εμφάνιση ενός ιδανικού επαγγλματία: το άψυχα ευγενικό πρόσωπο και το επώδυνο στη μονιμότητά του ζωγραφισμένο χαμόγελο.
Η οικογένεια Γιόρκιν είναι από τους τακτικότερους πελάτες του. Αποτελείται από το γοητευτικό πατέρα, την όμορφη μητέρα και το χαριτωμένο γιο. Μαζί ενσαρκώνουν το πρότυπο της ευτυχίας.
Ο Σάι αυτοανακηρύσσεται ως ο αγαπημένος θείος. Ρουφάει μέσα από τις φωτογραφίες της οικογένειας τη ζωή που ο ίδιος δε διαθέτει. Τις χρησιμοποιεί για να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο. Τις κοιτάζει για να πείσει τον εαυτό του πως υπάρχει. Οι φωτογραφίες αυτές είναι η μόνη ένδειξη χρώματος στο άχρωμο, αποξενωμένο περιβάλλον του. Ο Σάι είναι ένας χαρακτηριστικά απροσάρμοστος ήρωας που υποφέρει από μοναξιά. Είναι εκείνος ο απρόσωπος άνθρωπος που περνάει απαρατήρητος, εκπέμποντας μια δυσάρεστη αύρα που αποτρέπει την προσέγγιση. Οι προσπάθειές του να γίνει φιλικός και αρεστός δε βρίσκουν αντίκρισμα. Παραμένει μόνος του, αναδιπλωμένος στην εσωστρέφεια του μικρόσκοσμού του που ερωτοτροπεί με τη φαντασίωση, που του επιτρέπει να αναπληρώσει τα κενά της βιώμενης πραγματικότητας.
Η οικογένεια Γιόρκιν χρησιμοποιεί τις φωτογραφίες της για να αιχμαλωτίσει το όνειρο της ευτυχίας που όπως φαίνεται δεν κατορθώνει να πραγματώσει. Μέσα από αυτές βρίσκει το χωρίς συμβιβασμούς νόημα της ύπαρξής της. Της παρέχουν το κουράγιο να τροφοδοτήσει την απάτη που διατηρεί ακόμα τη συνοχή της.
Εν τέλει η οικογένεια Γιόρκιν που προσπαθεί απεγνωσμένα να κρατηθεί από τη γυαλιστερή επιφάνεια του χαρτιού και ο Σάι που ποθεί να γνωρίσει την αγάπη είναι το ίδιο ελαττωματικοί, με προσεκτικά σχεδιασμένες τις ρωγμές της εικόνας τους. Ρωγμές που ύπουλα εμφανίζονται, αναιρώντας την ισχύ του ¨φαίνεσθαι¨ και αφήνοντας να διαφανεί το χάος του ¨είναι¨. Ο Σάι βλέπει τις φωτογραφίες της οικογένειας, όχι την ίδια την οικογένεια. Όταν θα περάσει από το σκοτεινό θάλαμο στην πραγματικότητα, θα αισθανθεί βαθιά προδομένος και θα γυρέψει εκδίκηση από τον άνθρωπο που κατακρίνει ως ένοχο για την καταστροφή των ονείρων του, εκδηλώνοντας ξεκάθαρα μια ψυχοπαθολογική συμπεριφορά που μέχρι εκείνη τη στιγμή απλά υπονοούνταν.
Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος αποφεύγει τις δραματικές εξάρσεις, με συνέπεια να αποδυναμώνει την ταινία από την εσωτερική της ένταση, οδηγώντας την σε ένα επίπεδο τέλος, που επιπλέον αποτυγχάνει να δώσει επαρκείς εξηγήσεις για τα κίνητρα των πράξεων των ηρώων του. Από την άλλη η χαμηλότονη προσέγγιση των χαρακτήρων του μας επιτρέπει να σκιαγραφήσουμε το ψυχολογικό τους πορτρέτο και κυρίως να κατανοήσουμε και να συμπονέσουμε το Σάι. Βασικός συντελεστής στην επιτυχή αποτύπωση του ρόλου υπήρξε βάβαια και ο άψογος Ρόμπιν Γουίλιαμς που με αυτή την ερμηνεία μπορεί ίσως να βλέπει το θείο όσκαρ να του χαμογελάει από τώρα.
BOURNE IDENTITY (από cinefreak66)
(ΧΩΡΙΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ)
Σκηνοθεσία: Νταγκ Λάιμαν
Παίζουν: Ματ Ντέιμον, Φράνκα Ποτέντε, Κρις Κούπερ, Κλαιβ Όουεν
Πληγωμένος εκτελεστής δολοφόνος της CIA συνέρχεται από κώμα, διαπιστώνοντας πως πάσχει από αμνησία και προσπαθεί να λύσει το αίνιγμα της ταυτότητάς του, βασισμένος σε ένα κωδικό τραπεζικού λογαριασμού που βρίσκεται εμφυτευμένος στο γοφό του, όταν ταυτόχρονα η ζωή του απειλείται καθημερινά από τους πρώην εργοδότες του.
Το απαραίτητο θηλυκό στοιχείο παρέχεται από τη Φράνκα Ποτέντε που με εμφανή αμηχανία επιχειρεί να πλάσει το ρόλο της Μαρί χωρίς την ανάλογη σεναριακή υποστήριξη. Υπάρχει απλά για να προωθήσει μια υποτυπώδη ερωτική σχέση που θα επιβεβαιώσει την αρρενωπή ετεροφυλικότητα του ήρωα.
Ο ήρωας και οι εχθροί του ενσαρκώνουν τις αρχέγονες έννοιες του ¨καλού¨-¨κακού¨, για να δημιουργήσουν εύκολα την αντιπαλότητα εκείνη που επιτρέπει τη συναισθηματική ταύτιση του θεατή με τον πρωταγωνιστή και όχι τον εγκεφαλικό προβληματισμό απέναντι σε στοιχεία που το σενάριο θίγει, αρνείται όμως να αναπτύξει. Όπως τον ηθικό προβληματισμό του ήρωα σχετικά με τη φύση της δουλειάς του, τη διαφθορά που σαπίζει τα ανώτερα εξουσιαστικά κέντρα της CIA και την τραγική ειρωνεία που μια μονομαχία μεταξύ δυο πρώην συναδέλφων εκπέμπει. Ο σκηνοθέτης Ντάγκ Λάιμαν εκμεταλλεύεται πάντως την ευκαιρία για να δημιουργήσει μια καθαρόαινη ταινία δράσης που διαθέτει μια χαρισματική αίσθηση ρυθμού και μέτρου και την αναλογη δόση αδρεναλίνης.
Spider 4/5 Ένα παιδάκι βιώνει την δολοφονία της μητέρας του από τον μέθυσο πατέρα του, όμως αυτό δεν είναι αρκετό γιατί η νεκρή μητέρα του θα αντικατασταθεί από μια πόρνη η οποία όπως ο πατέρας του ισχυρίζεται ήταν ανέκαθεν η μητέρα του. Ο πατέρας είναι το σύμβολο της εξουσίας, καθορίζει το υπερεγώ δηλαδή τις ηθικές άξιες, τον τέλειο εαυτό τον οποίο όλοι μας έχουμε ως άφθαστο πρότυπο στισ ζωες μας, όταν αυτό έρχεται σε σύγκρουση με το προφανές, με το άμεσο βίωμα του παιδιού, με την πραγματικότητα τότε ο δρόμος είναι ξεκάθαρος, το εγώ του παιδιού δηλαδή το μέσο με το οποίο προσαρμόζεται και αντιλαμβάνεται την προσωπικότητα υποχωρεί, η σύγκρουση είναι πολύ μεγάλη για να μπορέσει να της επιβληθεί η πραγματικότητα όπως γινόταν αντιληπτή παύει να υπάρχει και εμφανίζονται στη θέση της ονειρικές παραισθήσεις, το παιδί αυτό χάνετε για πάντα μέσα στις αναμνήσεις και τους ασυνείδητους συνειρμούς του οι οποίοι πλέον δεν διαχωρίζονται από το πραγματικό.
Είκοσι χρόνια μετά το παιδί αυτό, ενήλικας πλέον βγαίνει από την ψυχιατρική κλινική στην οποία ήταν τρόφιμος και σε μια προσπάθεια να προσαρμοστεί σε ένα πιο ανθρώπινο περιβάλλων ξαναβιώνει νοητικά όλα τα γεγονότα της ζωής του. Μπορείτε να ισχυριστείτε ότι «πρόδωσα» την υπόθεση του έργου, αλλά για ένα πολύ καλό λόγο, η υπόθεση του είναι απλά ο καμβάς και ποτέ κανένας δεν έδωσε σημασία στον καμβά.
Τα πλάνα είναι πάντα συμμετρικά με απόλυτα γεωμετρικά σχήματα που δεν αφήνουν το μυαλό να μπλέξει σε συνειρμούς που αφαιρούν από τον κύριο χαρακτήρα, η χρωματική παλέτα, λιτή και προσεγμένη δεν κουράζει αλλά ούτε εξιτάρει, τα πάντα είναι επηρεασμένα από την αυτιστική αντίληψη του spider. Ο Ρειφ Φαινς είναι υποδειγματικός στο ρόλο του, αναλαμβάνει μια αναπόφευκτα σιωπηλή περσονα έχει ελάχιστους διάλογους ολόκληρη η ταινία και κυριαρχεί με τα τρομαγμένα βλέμματα του που σου δίνουν την αίσθηση ότι κάθε φορά γνωρίζει τον κόσμο από την αρχή. Οι ψυχαναλυτικές προεκτάσεις είναι παρά πολλές, τόσο πολλές που θα ήταν καλύτερα να μην μπλεχτεί ο θεατής σε μια τέτοια ερμηνεία γιατί θα χάσει το καλλιτεχνικό νόημα το οποίο αν και καλά κρυμμένο είναι εξαιρετικό
Μετά από δεκαπέντε χρόνια απουσίας ο David Kronenberg επιστρέφει με μια εξαιρετικοί ταινία η οποία είναι καταδικασμένη να χαθεί λόγο της ιδιοσυγκρασίας και του βάρους της. δεν έχει την καταιγιστική δράση των mainstream αλλά ούτε την επιδεικτική φιλαρέσκεια των κουλτουριάρικων(?) ταινιών. Είναι ένας βαθύς στοχασμός μέσα στην ψύχωση ενός ανθρώπου, τόσο βαθύς και ρεαλιστικός που αγγίζει τα όρια της τρέλας
Bowling for columbine -/- Δεν θα μπω στη διαδικασία να βαθμολογήσω ένα ντοκιμαντέρ, είναι δύσκολο και επικίνδυνο γιατί σε οδηγεί στο να αρχίσεις να το αναλύεις σαν ταινία και τότε δεν γράφεις κριτική αλλά ένα δοκίμιο με αφορμή το θέμα του ντοκιμαντέρ.
Ο Μαικλ Μουρ για άλλη μια φορά πρωταγωνιστεί σε μια ταινία ντοκιμαντέρ ακόμα πιο αιρετικό και καυστικό από τα προηγούμενα, χρησιμοποιεί την κοινή λογική και την αναλυτική σκέψη για να προσπαθήσει να αντλήσει συμπεράσματα για την εμμονή των αμερικανών με την οπλοκατοχη και το γεγονός ότι έχουν στατιστικά το μεγαλύτερο αριθμό ανθρωποκτονιών. Μέσα σε αυτή την αναζήτηση του μιλά σε διάσημους και μη ανθρώπους, χρησιμοποιεί με άμεμπτο τρόπο σκληρές σκηνές και με μια αρκετά μεγάλη δόση χιούμορ βάζει τον θεατή σε σκέψεις.
δεν ξεφεύγει από τις υπέρ απλουστεύσεις, την μονομερή παράθεση γεγονότων η την δική του προβολή πάνω από τα γεγονότα, αλλά αυτά δεν είναι τόσο σημαντικά όσο το θέμα το οποίο θίγει. Αφορμή είναι τα γεγονότα που πήραν μέρος στο λύκειο του Columbine για όσους δεν γνωρίζουν, δυο μαθητές με όπλα εκτέλεσαν κάποιους συμμαθητές και μια καθηγήτρια τους την ίδια εποχή που οι ΗΠΑ βομβάρδιζαν το Βελιγράδι όμως αυτό δεν είναι παρά η αφορμή για να γυμνώσει υπό μορφή απανωτών ερωτημάτων την φοβική νεύρωση του αμερικανικού λαού, ενός λαού που νοιώθει ασφαλής μόνο αν απειλείτε συνεχώς.
Το θέμα της ταινίας είναι πολύ βαρύ για να αντιμετωπισθεί με οποιαδήποτε διαλλακτικότητα, και ο τρόπος με τον οποίο αναλύετε ακροβατεί στα όρια του προκλητικού για τον μέσο αμερικανό, μια πολύ όμορφη προσπάθεια που σκιαγραφεί, προκαλεί και κεντρίζει.
One hour photo 3/5 «Αν κάποιος κοιτούσε τα φωτογραφικά μας άλμπουμ θα νόμιζε ότι όλοι μας περνάμε ευτυχισμένες ζωές» αυτό ήταν το γεγονός που ταλάνιζε τον Σαι τον άνθρωπο του εμφανιστηρίου. Μοναχικός και εγκλωβισμένος στην ψυχοσύνθεση του, ζει την οικογένεια που ποτέ δεν είχε μέσα από τις φωτογραφίες την σχεδόν ειδυλλιακής οικογένειας κάποιον πελατών του. Όταν όμως τα πράγματα αρχίζουν να πηγαίνουν στραβά τόσο για αυτόν όσο και για την οικογένεια Γιορκιν θεωρεί ότι είναι δική του υπόθεση να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.
Η ταινία είναι σκηνοθετημένη μάλλον απλουστευτικά με τους χώρους που κινείται ο Σαι κατάλευκους και γυμνούς ενώ αντίθετα τις οικογενειακές σκηνές ζεστές με οχρες και κίτρινα. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, επαφίεται στην εξαιρετικη ερμηνεία του Ρομπιν Γουιλιαμς για να αποκτήσει χαρακτήρα και βάθος. Πράγματι αν δεν ήταν αυτός τότε είναι πολύ πιθανό η ταινία να χανόταν ως ανούσια μιας και το θέμα της δεν είναι από τη φύση του αρκετό
Χωρίς κρύο η ζεστή ηθικά περνά αυτή η ταινία αλλά αφήνοντας μια λανθάνουσα πικρία, την ίδια πικρία που το παιδάκι στην αρχή ανακοινώνει στη μητέρα του, και όλοι μας θα είμαστε σε μια διφορούμενη θέση: «πόσο δίκιο είχε αυτός ο άρρωστος άνθρωπος?»
Anywhere But Here (από nakostyphoon)
Το Anywhere But Here ή "Η Μαμά Μου Και Εγώ" όπως το έχουν μεταφράσει στα ελληνικά είναι
μια πολύ καλή κοινωνική-νεανική ταινία με την Σούζαν Σαραντον και την Νάταλη Πόρτμαν στους
ρόλους της μητέρας και της κόρης αντίστοιχα.Αν και για μένα προσωπικά ο λόγος που την είδα σε DvD δεν ήταν άλλος από το ότι έπαιζε η Νάταλη Πόρτμαν τελικά διαπίστωσα ότι είχα πολλά περισσότερα να μου δώσει σαν ταινία αλλά και σαν κάτι που μου έδωσε να καταλάβω τα προβλήματα που απασχολούν τους νέους κατά την εφηβεία.Οι πρωταγωνιστές είναι όπως θα διαπιστώσετε οι ιδανικοί για τους ρόλους τους οι οποίοι είναι ιδιαίτερα απαιτητικοί .Το σενάριο είναι απλό και εφορά την ιστορία μιάς εκκεντρικής-φιλόδοξης χωρισμένης μητέρας που μαζί με την (όμορφη) 12χρονη κόρη της ξεκινά από την μικρή επαρχιακή πόλη όπου ζουν για να αναζητήσει καλύτερο μέλλον για αυτήν και την κόρης στο Beverly Hills.
Η ταινία έχει καλη εξέλιξη και σκλαβώνει τον θεατή ενω ανάλογα με την ηλικία τον κάνει να ταυτιστεί με τις καταστάσεις που εξελίσονται επί της οθόνης.Επίσης έχει πολύ καλή μουσική
με κορυφαίο κατά την γνώμη μου το ομόνυμο τραγούδι Anywhere But Here της K.D.Lang οτ οποίο δεν άντεξα να μην το κατεβάσω .
Την συνιστώ για όσους θέλουν να δούν μια ταινία που θα τους αγκίξει και θα τους δημιουργήσει νοσταλγικα αισθήματα.
Γλυκά Δεκάξι (Sweet Sixteen) (από cinefreak66)
Σκηνοθεσία: Κεν Λόουτς
Παιζουν: Μάρτιν Κόμπστον, Γουίλιμα Ρουέιν, Γκάρι ΜακΚόρμακ, Μισέλ Κόλτερ, Αν Μαρί Φούλτον, Τόμι ΜακΚι
16χρονος έφηβος αναλαμβάνει τα οικογενειακά βάρη, προκειμένου να ανακουφίσει τη φυλακισμένη για εμπορία ναρκωτικών μητέρα του. Κινούμενος από τη φιλοδοξία του να της εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον και την επιθυμία του να εκδικηθεί τον πατριό που τη χειραγωγεί, εμπλέκεται μαζί με τον καλύτερό του φίλο στην τοπική Μαφία, για να καταλήξει σε μια αναπόφευκτα αυτοκαταστροφική πορεία που θα τον οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στο έγκλημα.
Ο Κεν Λόουτς υπήρξε πάντα ο σκηνοθέτης των κατατρεγμένων, των ανθρώπων εκείνων που το κοινωνικό σύνολο ξεχνούσε ή φρόντιζε να ξεχάσει. Η συσχέτιση της σκληρότητας της ζωής στο περιθώριο με την εκμετάλλευση των αδυνάτων από το καπιταλιστικό σύστημα υπήρξε πάντα μία από τις κεντρικές θεματικές του.
Εδώ το πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο των ηρώων του περνάει σε δεύτερο πλάνο, περισσότερο υπονοούμενο παρά αυτονόητα φανερό, αφήνοντας να περάσει στο προσκήνιο μεγεθυμένη η δυστυχία ενός παιδιού, που προτού ακόμα κλείσει τα δεκαέξι του χρόνια βλέπει όλες τις προσωπικές του διεξόδους αποκλεισμένες. Ο έφηβος Λίαμ υποφέρει για τη μητέρα του στη φυλακή. Συναισθηματικά εξαρτώμενος από αυτήν, πλάθει ένα φαντασιακό πρότυπό της, χωρίς να λαμβάνει υπόψη την πραγματική διάσταση του χαρακτήρα της. Κυριαρχούμενος από την έντονη επιθυμία του να απολαύσει την οικογενειακή ευτυχία και ασφάλεια την αγιοποιεί. Τυφλά προσηλωμένος στο στόχο του να δημιουργήσει ένα ειδυλιακό περιβάλλον με την ανασύνθεση της διαλυμένης του οικογένειας αναζητά τα χρήματα με κάθε δυνατό μέσο, χωρίς να ενδιαφέρεται για τον αντίκτυπο που οι πράξεις του έχουν όχι μόνο στη διαμόρφωση της ακόμα εύπλαστης προσωπικότητάς του αλλά και στην ίδια του τη σωματική ακεραιότητα. Ο άνθρωπος αυτός δε ζει για τον εαυτό του και παρά την εικόνα που ενδεχομένως παρουσιάζει απέχει παρασάγγας από την ψυχική αυτονομία και ανεξαρτησία.
Στην πορεία προδίδει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων που τον αγαπούν και τον εσωτερικό πυρήνα του εαυτού του, όπως απαρτίζεται από το ιδιαίτερό του σύστημα ηθικών αξιών. Έχοντας αγνοήσει την πραγματικότητα στην πεισματική του εμμονή να πλάσει από το τίποτα κάτι, η πραγματικότητα κάνει εν τέλει προκλητικά την εμφάνισή της. Ο Λίαμ βλέπει τη μητέρα του να τσαλαπατάει τα όνειρά του και να παραμερίζει τις ανάγκες και επιθυμίες του, προκειμένου να συμπληρώσει τα δικά της κενά και ελλείμματα, όντας και αυτή με τη σειρά της συναισθηματικά εξαρτώμενη από τον εραστή της. Η πραγματικότητα διαγράφει τον Λίαμ και αυτός παίρνει την ύστατή του πράξη εκδίκησης που ειρωνικά τον αφήνει στη μέση του πουθενά, κολημμένο στις λάσπες.
Ο Κεν Λόουτς βυθίζεται για μια ακόμα φορά στο γκρίζο περιβάλλον των ηρώων του και με συνειδητή την πρόθεση να αναδείξει το πρόβλημα παρά να προσφέρει ανακουφιστικές λύσεις ωραιοποίησης δημιουργεί μια ταινία που βιώνεται από το κοινό της περισσότερο ως δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ. Τα ¨Γλυκά Δεκάξι¨ πονάνε.
Mothman's Profecies (Ο Χρησμος της πεταλουδας) 3/5 (από NoD)
Πρωταγωνιστει ο Richard Gere,σκηνοθετει ο Mark Pellington.Μια ταινια βασισμενη σε αληθινα γεγονοτα.Αρκετα καλο ψυχολογικο θριλερ,απο τα καλυτερα που εχω δει τελευταια.Τα οπτικα εφε ειναι αυτα που δεν μου αρεσαν εμενα.Κατα τ'αλλα η ταινια σε 'κραταει' απο την αρχη μεχρι την τελευταια σκηνη,η οποια ειναι ανατριχιαστικη.Πολυ καλο,αξιζει να το δειτε.
VIDOCO (από nakostyphoon)
Η καινούρια ταινία με τον Ζεράρ Ντεπαρτιέ "Vidoco" είναι μιά πολύ καλή παραγωγή της κατηγορίας
των ταινιών "From hell" , "Ο μύθος του ακέφαλου καβαλάρη" όπου κυριαρχεί ένα περιβάλλον μυστηκισμού και τρόμου. Η υπόθεση εξελήσεται στο Παρίσι της γαλλικής επανάστασης και ξεκινάει με τον θάνατο ένος γνωστού ερευνητή(Ζεράρ Ντεπαρτιέ) , που έχει αναλάβει την εξιχνίαση μιας σειράς μυστηριωδών θανάτων.Η συνέχεια της υπόθεσης είναι πολύ αποκαλυπτική
και καταλήγει σε ένα ανατρεπτικό φινάλε.
Σαν σενάριο άν και είναι πλέον συνηθισμένο όπως είπα στην αρχή παρόλαυτα έχει κάτι ακόμα να μας προσφέρει σε σχέση με προηγούμενες παραγωγές.Ο Ζεράρ Ντεπαρτιέ δεν κουράζεται για να υποστηρίξει τον ρόλο του μιας και του ταιριάζει ο χαρακτήρας που υποδύεται.
Και οι υπόλοιποι ηθοποιοί είναι καλοί.
Αυτό που κάνει εντύποση στην ταινία είναι μιά σκηνοθεσία που έχει και "κωμικές" κατά την γνώμη μου σκηνές δεν μπορώ να τις περιγράψω αφού για να τις συνειδητοποιήσει κανείς πρέπει να δείς την ταινία.Ακόμα η σκηνοθεσίας θυμίζει πολύ κατά την γνώμη μου το "Moulin Rogue" ειδικά στα εφέ και την αναπαράσταση του Παρισιού.
Γενικά είναι μια καλή ταινία για το είδος της και πρέπει να την δεί κάθε οπάδός του είδους αυτού γιατί έχει κάτι το διαφορετικό και είναι και γαλλική παραγωγή .Τελικά όπως μου είπε και ο τύπος από το μαγαζί "Κάποιους τους καθιλώνει ενώ κάποιους τους κουράζει"
Lord of the rings : the two towers Ως τεράστιος fan των βιβλίων του tolkien αρνούμαι να δώσω βαθμό για την ταινία, αν η βαθμολογία είναι το πόσο την απολαυσα τότε 4/5, αν είναι η καλλιτεχνική της απόδοση τότε μάλλον κάπου στα 3/5, αν είναι η μεταφορά του βιβλίου και το κλίμα του tolkien 4/5, αν είναι τα εφφε 3/5, αν έχετε διαβάσει το βιβλίο 3/5 αν δεν το έχετε διαβάσει 2/5 αν, αν, αν
Καταλαβαίνετε τον δισταγμό μου. Δεν θα αναλωθώ σε μια μελέτη του βιβλίου θα είναι εκτός θέματος, εδώ συζητάμε την ταινία. Το δεύτερο μέρος λοιπόν κατέφθασε, ξεκινάει μπαίνοντας κατευθείαν στην δράση, οι προθέσεις του είναι ξεκάθαρες, είναι εδώ για ένα λόγο, να ευχαριστήσει τους φανατικούς φίλους των βιβλίων, δεν προτίθεται να εξηγήσει, απαιτεί γνώση την πρώτης ταινίας τουλάχιστον, και αποκτά το πλήρες μέγεθος της όταν ο θεατής έχει μελετήσει τον κόσμο του tolkien. Η φωτογραφία και σε αυτή τη ταινία είναι φυσικά θεσπέσια και η μεταφορά του παραμυθιακου κλίματος, εξαιρετική
η ταινία παρολαυτα παρεκτρεπει σε μεγάλο βαθμό από το βιβλίο, φυσικά κάτι τέτοιο ήταν απόλυτος απαραίτητο, αλλά δεν μπορεί παρά να πικράνει ορισμένους από εμάς. Τα ents η προσωποποίηση της φύσης, χάνουν λιγάκι σε άξια, ο Faramir δείχνει «μικρός» στο ρόλο του και η Arwuen «εκβιαστικά» βαλμένη. Η μάχη στο χελμ εδώ είναι το κεντρικό θέμα, και όχι μια απλή αναφορά όπως στο βιβλίο, κάτι που δείχνει λογικό, η σχέση του legolas με τον gimli δεν αναπτύσσεται όπως θα έπρεπε, αλλά και πάλι είναι κάτι αναμενόμενο.
Θεωρώ πως οποιαδήποτε παραπάνω ανάλυση είναι ανούσια, απλά πήγαινε με καλή παρέα και απολαύστε τρεις ώρες, δεν τίθεται άλλο θέμα συζητήσεις. Αν κάτι είναι απογοητευτικό είναι ότι θα πρέπει να περιμένουμε σχεδόν 2 χρόνια για να έχουμε και τα τρία σε dvd, ώστε να διοργανώνουμε «αρχοντικά» πάρτι, εννιά ώρες με μπίρες πίτσες και ταινίες!!!
Σημείωση: η μετάφραση της ταινίας ήταν απλώς ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ, ντροπή και αίσχος στους ΑΝΟΗΤΟΥΣ που έκαναν την μετάφραση, για να δώσω μερικά παραδείγματα λαθών
Scout = πρόσκοπος (ενώ θα έπρεπε να ήταν ανιχνευτής)
Valar = *o* βαλάρ (έλεος ρε παιδία, είναι *οι* βαλαρ)
Mortality = ηθική (ο Χριστός και η πανάγια δηλαδή! Κρετίνοι είναι οι άνθρωποι? Ακόμα και λάθος σενάριο να είχαν δεν έβγαζε νόημα!)
Και πολλά ακόμα που μου ξεφεύγουν
Irreversible 4.9/5 (απο bandito)
Πώς βλέπεις μια ταινία για την οποία έχεις ακούσει μόνο ακραίες κριτικές θαυμασμού ή αποτροπιασμού; Ξέρεις από την αρχή ότι μέση οδός δεν υπάρχει: Η θα την μισήσεις ή θα την αγαπήσεις!
Η υπόθεση είναι λίγο πολύ γνωστή. Το σκηνοθετικό τρικ της ανάποδης αφήγησης της ιστορίας, δεν είναι καθόλου πρωτότυπο, ταιριάζει όμως απόλυτα στο σχετικά απλοϊκό σενάριο. Ο σκηνοθέτης χειρίζεται άψογα την κάμερα διανθίζοντας αυτό που θα ήταν μια απλή αφήγηση, σε μια αλληλουχία εναλλασσόμενων συναισθημάτων.
Δεν είναι μόνο η αφήγηση ανάποδα
αισθάνεσαι λαχανιασμένος, χωρίς να έχεις ξεκινήσει να τρέχεις. Η κάμερα δεν είναι σταθερή ούτε για μια στιγμή, γυρνάει συνέχεια, οι σκηνές εναλλάσσονται χωρίς να έχουν μεγάλη σημασία, μέχρι την ψυχρολουσία της ωμής βίας. Με τους χτύπους της καρδιάς στο κόκκινο, δημιουργείται ένα συναίσθημα όχι τόσο συνηθισμένο. Δεν ψάχνεις εκδίκηση
.αλλά αιτία για την εκδίκηση. Ο βιασμός έρχεται σαν την κάθαρση, την λύτρωση. Χωρίς να το καταλαβαίνεις, επιζητάς βία για την βία. Τώρα πια η ανάποδη αφήγηση δεν έχει καμία σημασία. Είτε ευθέως, είτε αντιστρόφως ο θεατής έχει μείνει ανάμεσα στα έντονα συναισθήματα που προκαλεί η βία, να επεξεργάζεται τον τίτλο της ταινίας: «Μη αναστρέψιμος».
Η κάμερα σταματάει να περιστρέφεται. Κινείται αργά και με μικρές επαναλαμβανόμενες κινήσεις, δίνοντας την αίσθηση του χρόνου που περνάει. Οι έντονες στιγμές του πρώτου μέρους, αφήνουν την θέση τους σε όλο και πιο ανάλαφρες. Δεν πλησιάζεις, απομακρύνεσαι. Δεν νιώθεις τύψεις, αλλά αισθάνεσαι ένοχος. «Ο χρόνος τα καταστρέφει όλα»
Υ.Γ Σιγά την ωμή βια του έργου
.τα εντόσθια του Private Ryan με αηδίασαν περισσότερο. Και ο βιασμός δεν είναι ότι χειρότερο έχω δεί. Αν η βία, ήταν κεκαλυμμένη για λόγους political correctness το έργο θα έχανε την μισή του αξία.
Υ.Γ Το 4.9 είναι παράκληση του epote, για να υπάρχει η ψυχολογική διαφορά του αριστουργήματος. Για μένα η ταινία αξίζει το απόλυτο 5.
The ring (από Toufas)
san tainia 4/5 san thriller 5/5
nomiza oti tha do ena ergaki tis plakas se still olon ton thriller pou eixane vgei meta to scream (ektos apo to what lies beneath)alla telika to apotelesma itan poli kalitero.
to ergo einai remake mias giaponezikis trilogias me to idio onoma (ring,ring 2 kai ring 0)
skinothetimeno apo ton gore verbinsky pou mas eixe dosei to analafro mexican kai to isos xazo mouse hunt (den to exo dei gia na po tin alithia)den perimena kai para polla..
stin ipothesi....
i naomi watts stekete poli antaksia ston protagonistiko rolo san mia dimosiografo pou akouei mia istoria oti an kapios dei mia videokaseta meta apo 7 meres pethenei...epidi kapio sigkeniko tis prosopo pethane apo afto ton tropo apofasizei na erevnisei i idia tin ipothesi...etsi tin vlepi kai afti kai tin vlepoume na kanei enan agona enantia ston xrono...
apla ego otan tin eida den mporousa na kimitho...tha tin thimaste gia kairo tin tainia...
8 Mile (**)(απο bandito)
Σκηνοθεσία: Curtis Hanson
Η ιστορία ενός λευκού, γεννημένου στην άγρια πλευρά της Αμερικής (Detroit), που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του, και να καθιερωθεί σαν επιτυχημένος rapper. Στην πορεία θα βρεί πολλά εμπόδια, όπως γυναίκες που τον απατάνε, φίλοι που τον πουλάνε, σεξουαλικά και πνευματικά στερημένοι γονείς, και φυσικά οι «κακοί» που δεν θα μπορούσαν να λείπουν από μια τέτοια ταινία.
Σας θυμίζουν τίποτα τα παραπάνω;;
Η ταινία καταφέρνει να θέσει καινούργια ρεκορ, στις κλίμακες
f@ck-o-meter, και cliche-o-meter. Κάθε πρόταση είναι και ένα χιλιωειπωμένο cliche; και περιέχει το λιγότερο 10 fucks. H σκηνοθεσία εντελώς αδιάφορη και παλιομοδίτικη, περιορίζεται μόνο στην περιγραφή της ιστορίας. Το σενάριο δεν έχει στόχο, δίνοντας την εντύπωση ότι ο σεναριογράφος ήθελε να τα πεί όλα σε δυο ώρες.
Την κατάσταση σώζει λίγο ο Εminem, και οι μονομαχία στο τέλος, αν και εκεί η αλήθεια απέχει πολύ από την πραγματικότητα (δεν είναι έμπνευση της στιγμής, αλλά μελετημένος στίχος) Στα θετικά της ταινίας, η περιγραφή της όχι και τοσο χλιδάτης πλευράς της Αμερικής-έτσι λίγο για να θυμόμαστε ότι Αμερική δεν είναι μόνο η California.
THE EYE (από cinefreak66)
Σκηνοθεσία: Οξάιντ Πανγκ Τσεν και Ντάνι Πανγκ
Παίζουν: Αντζέλικα Λι, Λόρενς Τσου, Κούτας Ρουχινάνον, Γιουτ Λάι Σο, Κάντι Λο
Μια νεαρή κοπέλα, η Πουν, τυφλή από τα δυο της χρόνια ξαναβρίσκει την όρασή της μετά από μεταμόσχευση, διαπιστώνοντας πως το οπτικό της πεδίο επεκτείνεται και στο χώρο του μεταφυσικού, επιτρέποντας της να βλέπει όχι μόνο τον γήινο κόσμο των ανθρώπων αλλά και την άυλη ουσία των ανήσυχων πνευμάτων που περιπλανώνται, αναζητώντας τη λύτρωση που η βίαια στιγμή του θανάτου τους τούς αποστέρησε.
Τα μάτια είναι τα αισθητήρια όργανα, μέσα από τα οποία κυρίως αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Αυτό που αποκαλύπτουν είναι η πραγματικότητα. Η Πουν αρνείται να πιστέψει αρχικά στην υπερφυσική ικανότητα των καινούργιων της ματιών. Θέλει να εντάξει τις αόριστες και ανεξήγητες σκιές που ήδη από τις πρώτες ώρες διακρίνει στον ανθρώπινο κόσμο. Όταν δεν τα καταφέρει, προσπαθεί να τα εκλογικεύσει ως αποκύημα της φαντασίας της. Και όταν διαπιστώσει πως δε μπορεί αν ξεφύγει από αυτά, κλείνει τα μάτια της για να μην την τυραννούν. Κλείνει τα δανεικά μάτια της για να μη βλέπει την πραγματικότητα, όπως αυτά την παρουσιάζουν.
Η Πουν βλέπει νεκρούς ανθρώπους και όπως ο Χάλει Τζόελ Όσμοντ στην ¨Έκτη Αίσθηση¨ βαρύνεται με την ευθύνη να φέρει εις πέρας τις ανολοκλήρωτες υποθέσεις τους για να γαληνέψει την ψυχή τους. Θα ανακαλύψει την προκάτοχο των ματιών της και θα εισχωρήσει στην αγωνία της ψυχής της, για να τη λυτρώσει από την επανάληψη του θανάτου της.
Η Πουν προβλέπει την καταστροφή και όπως ο Ρίτσαρντ Γκιρ στο ¨Χρησμό της Πεταλούδας¨ βαρύνεται με την ευθύνη να προειδοποιήσει τους ζωντανούς για τα μελλούμενα κακά. Όμως ήδη από την αρχαιότητα οι Κασσάνδρες είναι καταραμένες από την ανθρώπινη κοινότητα. Η πρόγνωση των δυσάρεστων γεγονότων τρομοκρατεί. Ο ανθρώπινος νους είναι ανίκανος να συγκρατήσει μέσα στα πεπερασμένα όρια της λογικής του το όραμα ενός μέλλοντος που θα σκορπίσει τη δυστυχία. Ίσως για αυτό η Πουν δεν τα καταφέρνει καλά. Ίσως για αυτό επέρχεται και στο κάπως άτονο τέλος της ταινίας η αναπόφευκτη ¨τιμωρία¨ της. Η ταινία προωθεί εν τέλει μια στωική αντίληψη ζωής, δίνοντας εξήγηση για όλα όσα το ανθρώπινο βλέμμα κατακρίνει ως άδικα ή άσχημα, αλλά που στο γενικευμένο σχέδιο της Μοίρας, έχουν την αιτία τους.
Το ¨Τhe Eye¨ πάντως χωρίς να είναι πρωτότυπο, καταφέρνει εν τούτοις να δημιουργήσει ένα ατμοσφαιρικό κλίμα τρόμου, καθώς ξετυλίγει το μυστήριο της, επεμβαίνοντας στις κατάλληλες στιγμές με απροσδόκητες ανατροπές και εκπλήξεις. Χωρίς να υπερβάλλει στην εμμονή της να τρομάξει, διαθέτει μερικές ιδιαίτερα δυνατές σκηνές, ικανές να προκαλέσουν ανατριχίλες μέσα από την αβάσταχτη αίσθηση της αναμονής του τρόμου που αναδίδουν.
Ένα ακόμα αξίζει να σημειωθεί. Η ταινία δεν είναι ακόμα μια αμερικάνικη υπερπαραγωγή αλλά προέρχεται από το Χονγκ Κονγκ και ακολουθεί τα χνάρια της επιτυχίας του ¨Ring¨ μια άλλης ταινίας τρόμου από την Ανατολή (Ιαπωνία). Μήπως πρέπει να αναζητούμε πλέον προς τα εκεί το επόμενο λίκνο κινηματογραφικής δημιουργίας;
8 mile 3/5 γνωστός σύνθετης και τραγουδοποιός του παγκόσμιου μουσικού στερεώματος επιχειρεί και στο χολιγουντ. Η ενστικτώδης αντίδραση μου στο 8 mile ήταν «ο eminem ήθελε να γίνει ηθοποιός και έφτιαξαν μια ταινία για να παίξει», ομολογώ μετά ντροπής ότι έκανα λάθος.
Η ιστορία είναι μέσες άκρες γνωστή, ευκολοπεπτη και δοκιμασμένη. Δεν ξεφεύγει από τα πρότυπα ενός success story αλλά αυτό δεν είναι κακό, άλλωστε ούτε το οργισμένο είδωλο ούτε καν και το ένας υπέροχος άνθρωπος δεν διαφέρουν πολύ στη βάση τους. O eminem σκιαγραφεί άριστα ένα χαρακτήρα στα πρόθυρα της πολιτισμικής και εκφραστικής ασφυξίας ο οποίος προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον κόσμο και να ξεφύγει από την ματαιότητα της εργατικής του τάξης με το rap. Δεν τα καταφέρνει μόνος του αλλά περικλείετε από ένα επίσης πολύ αξιοπρεπές κατ, με αιχμή του δόρατος τον future.
Ευτυχώς για εμάς ο eminem δεν περιορίζεται μόνο στην αμερικανική slang αλλά μοιράζει απλόχερα μερικά από τα πλέον εκφραστικά βλέμματα που έχουμε συναντήσει τον τελευταίο καιρό και μαζί με ένα από τα καλύτερα soundtrack της χρονιάς μας εισάγει στον περιορισμένο και δύστροπο ,για τους αμύητους, κόσμο της rap που χρησιμοποιείται ως μέσω για να αφηγηθεί και όχι ως αυτοσκοπός. Το μοντάζ που ακροβατεί στο όριο του ντοκιμαντέρ είναι αξιοπρεπές όχι όμως πρωτότυπο, κινεί την ταινία με ένα ήπια γοργό ρυθμό για να την κλίσει με ένα πλάνο που είναι νοηματικά και καλλιτεχνικά μεγαλύτερο από τις προηγούμενες δυο ώρες!
Δυστυχώς το θέμα είναι χιλιοειπωμένο, και πραγματικά πόσο μπορεί να προσθέσει ακόμα, ειδικά αν δεν έχει κάποιο πολύ δυνατό σεναριακό εύρημα η ενδεχόμενος κάποια ριζοσπαστική σκηνοθετική μάτια να προωθήσει; Ετσι δεν αποφεύγει να δώσει την αίσθηση του ξαναζεσταμένου φαγητού, που παρότι είναι εύγευστο έχει κάτι απροσδιόριστα ανιαρό.
Die another day 2/5 O james bond είναι μύθος, έχει αντέξει 5 διαφορετικούς ηθοποιούς, είκοσι ταινίες και σαράντα χρόνια παραμένοντας φρέσκος και πάντα ευπρόσδεκτος. Η εικοστή ταινία της σειράς χωρίς να είναι ιδιαίτερα κακή ακολουθεί το πνεύμα της εποχής που επιβάλει απίστευτα computer generated stunts και νοοτροπία video game και το κάνει καλά. Το κάνει καλά και βάζει στη θέση τους κάθε φύσης δελφίνους όπως ο triple x που θεώρησαν ότι μπορούν να εδραιωθούν στο μυαλό της γενιάς των nineties. Δυστυχώς έχει να πληρώσει ένα μεγάλο κόστος και αυτό είναι το κόστος της αλλοτρίωσης.
Ήδη από την αρχή τα πράγματα ξεκινάνε στραβά με ένα από τα χειρότερα τραγούδια που έχουν κόσμηση ολόκληρη την σειρά. Ο beat ρυθμός της μαντόνα είναι στεγνός και αταίριαστος, θαρρείς πως βεβηλώνει του μύθους που έχουν τραγουδήσει bond themes όπως η sirlay temple και η tina turner. Ο κοσμοπολίτης ήρωας μας χάνει το glamour του στο βωμό του θεάματος, και κάνει τον πραγματικό fan να αναπολεί το στεγνό χιούμορ και τα vodka martini της εποχής του Connery. Ακόμα και η πασίγνωστη προσφώνηση «the name is Bond, James Bond» είναι εκβιασμενη και υπάρχει μόνο και μόνο για να μας θυμίζει το ότι βλέπουμε ένα Bond film.
Η Hale Bery δεν «χωράει» στον ρόλο ενός Bond girl και αυτό είναι διάχυτο σε όλη τη διάρκεια της ταινίας ενω η εξαιρετική martina frost δεν έχει αρκετή ώρα στην διάθεση της, οι «κακοί» είναι όσο επιφανειακοί και ανούσιοι πρέπει αλλά για κάποιο λόγο δεν πείθουν. Την κατάσταση σώζει κάπως ο εξαιρετικός pierce brosnan που όμως και αυτός δείχνει να έχει κουραστεί με τον ρόλο. Ας ελπίσουμε πως αυτό ήταν απλά ένα σκαμπανέβασμα και όχι ένα καινούριο μοτίβο, δεν έχουμε παρά να περιμένουμε μέχρι τον επόμενη ταινία της σειράς, με περισσότερα gadget περισσότερο suave και ακόμα πιο παρανοϊκά σχέδια κατάκτησης του κόσμου ώστε μετά χαράς να αναφωνήσουμε για ακόμη μια φορά Outrageous Mr Bond!
Cidade de Deus- H πόλη του θεού (****)(απο bandito)
Σκηνοθεσία: Katia Lund,Fernando Meirelles
Η ιστορία ενός αγοριού που μεγαλώνει στην Βραζιλία του 60, σε ένα γκέτο που ονομάζεται η Πόλη του Θεού. Ο Μπουσκαπέ, προσπαθεί να βρεί τον δρόμο του μέσα απο την εγκληματικότητα και την βία των συμμορίων, το εμπόριο ναρκωτικών , και φυσικά την φτώχεια.
Guy Richie απο την Βραζιλία; Η ταινία καταρίπτει δυο μύθους: την καταπράσινη Βραζιλία της σάμπας και του καρναβαλιού, και την πεποίθηση οτι τεχνικά άρτιες ταινίες μπορεί να βγάλει μόνο το Hollywood (τον τελευταίο καιρό κάτι κάνει και η γηραιά).
Αλα Guy Richie λοιπόν, μόνο που στην θέση ενος ευρηματικού σεναρίου, υπάρχει μια ιστορία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα που περιγράφει με πολύ γλαφυρό τρόπο την κατάσταση της Βραζιλίας των δεκαετιών 60, 70. Η βία περισσεύει με μια καρτουνίστικη διάθεση, χωρίς ομως να σοκάρει.
Στην πόλη του θεού, όπου κατα μια τραγική ειρωνία ο τελευταίος την έχει ξεχάσει εντελώς, η πείνα και η εξαθλίωση κυριαρχούν. Οι νέοι, πρέπει να διαλέξουν ανάμεσα στην εύκολη λύση της εγληματικότητας, και στην δύσκολη της εργασίας για μισθούς πείνας. Ο ήρωας της ιστορίας, ισορροπεί ανάμεσα στα δυο όρια, αφήνοντας ουσιαστικά τα γεγονότα να τον οδηγήσουν στην επιλογή του.
Το τέλος, ευχάριστο αλλά και ειρωνικό, αφήνει τον θεατή με την αμφιβολία για το ποιός φταίει γι'αυτην την κατάσταση, και αν έχει κανείς τελικά την διάθεση να την αλλάξει.Είτε πουλώντας ναρκωτικά , είτε φωτογραφίζοντας, φαίνεται η ματαιοδοξία ειναι η ίδια.
Manhunter 3/5 (από KaizerSoze)
Ithela na grapsw kritiki alla me tis malakies tis akadimias synxistika.Apla tha anaferw oti stin sigrisi me to Red Dragon kerdizei sta simeia(alla se polla simeia)Kyrioteros logos:Pernei to baros apo ton kako kai ton paei ston kalo.Bebea xanei tin goiteytiki tou kakia alla na re gamwto eixa kairo na dw mia tainia(kai na fantasteis einai dekaetias '80) opou kai o kalos exei megalo endiaferon bre aderfe
Sta syn i proswpiki sfragida tou Michael Mann ,gnwstou gia ta teleia portreta tou, pou kai saythn -apo tis sxetika prwtes tainies tou- mas prosferei alli mia paralagi enos xaraktira pou trigirizetai apo kati megalytero apo ayton,ena xaraktira pou tha ithele na einai allou kai alliws alla se teliki analysi to blepei san proklisi kai bithizete perisotero,giati einai kati pou prepei na ginei
Epipleon mou arese polu pou se antithesi me to Red dragon then irwopoiise ton killer,apla edeikse oti einai enas anthrwpos pou thelei apla pragmata alla sto mperdemeno tou myalo ta plisiazei me lathos tropo. To ergo oson afora to aima den exen exei sxedon katholou(paramono se ena symboliko teliko kare)alla etsi to myalo menei stin tainia kai tous xaraktires kai oxi tin via.A,kai o Lecter den paizei toso simantiko rolo oso sto Red dragon(an kai einai kalytera giati o Brian cox den mporei me tipota na sunagwnistei ton Hopkins).Koinws, to red dragon to blepeis sto village me pop corn to manhunter spiti sou kai monos(i me eklekti parea)
p.s. opoios to dei as paratirisei oti se kathe,ma kathe skini,yparxei kati prasino(gia na diksei tin antithesi me ton kokkino drako?gia na ypodilwsi tin parousia tou kokkinou drakou?gia na diksei ton kloio pou sfiggei?pios kserei)