Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών κατέθεσε αγωγή σε βάρος της Google, κατηγορώντας την εταιρία ότι παραβαίνει τη νομοθεσία περί ανταγωνισμού, προκειμένου να διατηρήσει το μονοπώλιό της στο χώρο των διαδικτυακών αναζητήσεων και των ψηφιακών διαφημίσεων.

Σύμφωνα με το BBC, η αγωγή συνιστά τη σημαντικότερη κίνηση των αμερικανικών ρυθμιστικών αρχών ενάντια σε έναν τεχνολογικό κολοσσό τα τελευταία χρόνια. Η αγωγή αποτελεί καρπό ερευνών οι οποίες διήρκεσαν περισσότερο από ένα χρόνο και κατατίθεται σε μία περίοδο κατά την οποία οι μεγαλύτερες εταιρίες στο χώρο της τεχνολογίας έρχονται αντιμέτωπες με εξονυχιστικούς ελέγχους σχετικά με τις πρακτικές που εφαρμόζουν, τόσο στις έδρες τους όσο και στο εξωτερικό.

Από την πλευρά της, η Google χαρακτήρισε την αγωγή «εξόχως σαθρή». Η εταιρία υποστηρίζει από την πρώτη στιγμή ότι ο τομέας της παραμένει ιδιαίτερα ανταγωνιστικός και ότι οι εμπορικές πρακτικές της δίνουν προτεραιότητα στους πελάτες. «Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν [τις υπηρεσίες της] Google επειδή επιλέγουν να το κάνουν, όχι επειδή εξαναγκάζονται, ούτε επειδή αδυνατούν να βρουν εναλλακτικές προτάσεις», αναφέρει στην απάντησή της.
 
Στην αγωγή, η οποία κατατέθηκε σε ομοσπονδιακό δικαστήριο, ενάγοντες είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ καθώς και 11 πολιτείες. Η αγωγή εστιάζει στα δισεκατομμύρια δολάρια τα οποία δαπανά κάθε χρόνο η Google προκειμένου η δική της μηχανή αναζήτησης να είναι προεπιλεγμένη σε προγράμματα περιήγησης στο διαδίκτυο καθώς και διάφορες συσκευές, όπως κινητά τηλέφωνα.

Αξιωματούχοι δηλώνουν πως οι συμφωνίες αυτές έχουν επιτρέψει στη Google να εξασφαλίσει τη θέση του «κλειδοκράτορα» για όσους επιθυμούν να αποκτήσουν πρόσβαση στο διαδίκτυο, με αποτέλεσμα η εταιρία να έχει υπό την ιδιοκτησία ή τον έλεγχό της τα κανάλια διανομής για περίπου το 80% των αναζητήσεων που υποβάλλονται στις Ηνωμένες Πολιτείες.
     
«Με τον τρόπο αυτό, η Google έχει εξουδετερώσει τον ανταγωνισμό για τις διαδικτυακές αναζητήσεις», αναφέρεται στο κείμενο της αγωγής. «Οι ανταγωνιστικές μηχανές γενικών αναζητήσεων στερούνται ζωτικής σημασίας περιθώρια διανομής, κλίμακας και αναγνωρισιμότητας, με αποτέλεσμα να μην έχουν την παραμικρή ουσιαστική ευκαιρία να αμφισβητήσουν την πρωτοκαθεδρία της Google». Στη συνέχεια, η αγωγή στέκεται στο ότι «Η θέση της Google είναι τόσο κυρίαρχη ώστε η λέξη ‘Google’ δεν είναι απλά ένα ουσιαστικό, το οποίο αναφέρεται στην εταιρία και τη μηχανή αναζήτησης που αυτή προσφέρει, αλλά και ρήμα, το οποίο είναι συνώνυμο της αναζήτησης στο διαδίκτυο».

Στην αγωγή, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι οι προαναφερθείσες συμφωνίες έχουν πλήξει το δημόσιο συμφέρον, εξασθενώντας την ποιότητα των αναζητήσεων σε επίπεδο ιδιωτικότητας και προστασίας των προσωπικών δεδομένων, περιορίζοντας τις επιλογές και λειτουργώντας ως ανάχωμα στην καινοτομία. Η Sally Hubbard, η οποία εργάζεται για το Ινστιτούτο Ανοιχτών Αγορών (Open Markets Institute), μια δεξαμενή σκέψης με έδρα την Ουάσιγκτον, η οποία ασκεί εδώ και καιρό πιέσεις προκειμένου να υπάρξουν δυναμικότερα μέτρα απέναντι στους τεχνολογικούς κολοσσούς, ανέφερε πως η επικέντρωση στις συμφωνίες διανομής της μηχανής αναζήτησης της Google αποτελούσε ένα από τα σημεία που ήταν ευκολότερο να κινηθεί κανείς νομικά απέναντι στην εταιρία.

Σε ανάρτησή της στο Twitter, η Hubbard ανέφερε πως η αγωγή «χρειάστηκε πολύ καιρό για να κατατεθεί όμως αποτελεί θαυμάσια εξέλιξη». 

 

Στο Κογκρέσο, πληθαίνουν οι φωνές που ζητούν τη λήψη μέτρων απέναντι στη Google αλλά και τεχνολογικές εταιρίες ανάλογου βεληνεκούς, όπως η Amazon, η Facebook και η Apple, στο πλαίσιο πρωτοβουλιών οι οποίες τυγχάνουν διακομματικής στήριξης, από Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικάνους. Η απόφαση να κατατεθεί η αγωγή λίγες μόλις εβδομάδες πριν τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές προκάλεσε ερωτήματα για το κατά πόσο αποτελεί απλά μια κίνηση εντυπώσεων εκ μέρους της κυβέρνησης Τραμπ, προκειμένου να δείξει έμπρακτα τη διάθεσή της να λάβει μέτρα για την επιρροή που ασκούν οι τεχνολογικοί κολοσσοί, σε περίπτωση που ο Τραμπ εξασφαλίσει μια δεύτερη θητεία.

Απαντώντας, αξιωματούχοι δήλωσαν πως δεν επίσπευσαν την έρευνα ώστε να προλάβουν να καταθέσουν την αγωγή πριν τις εκλογές, επισημαίνοντας ότι επί χρόνια πλήθαιναν οι φωνές που κατήγγειλαν ότι η κυβέρνηση βραδυπορούσε υπερβολικά σε ό,τι είχε να κάνει με τέτοιου είδους ζητήματα.
«Προχωρούμε σε συγκεκριμένες κινήσεις όταν αυτό επιβάλλεται από τα γεγονότα και το νόμο», δήλωσε ο αναπληρωτής γενικός εισαγγελέας Jeffrey Rosen, προσθέτοντας ότι οι έρευνες της εισαγγελίας σχετικά με τις πρακτικές ανταγωνισμού στον τεχνολογικό τομέα συνεχίζονται.

H Alphabet, θυγατρική της οποίας είναι η Google, και καταγράφει χρηματιστηριακή αξία που υπερβαίνει το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια, αναμένεται να αντικρούσει στις κατηγορίες στα δικαστήρια των ΗΠΑ. Η τιμή της μετοχής της κατέγραψε ελάχιστη μεταβολή την Τρίτη, παρά τα όσα ανακοινώθηκαν.