Οι ακυρώσεις προπαραγγελιών Model 3 φαίνεται ότι έχουν κορυφωθεί τις τελευταίες εβδομάδες. 

Οι επιστροφές χρημάτων στις οποίες προχωρά η Tesla,  είναι μεγαλύτερες από τις καταθέσεις χρημάτων που δέχεται η εταιρεία για νέες παραγγελίες του πιο οικονομικού της μοντέλου σύμφωνα με την εταιρεία ανάλυσης Needham & Co. Αν και η Tesla αποκρούει τους ισχυρισμούς αυτούς,  σύμφωνα με την εταιρεία ανάλυσης οι λόγοι για το φαινόμενο αυτό είναι οι μεγάλοι χρόνοι αναμονής,  η πρόσφατη εκπνοή της φοροαπαλλαγής 7.500 δολαρίων από τη συνολική τιμή αλλά και το γεγονός ότι η Tesla δεν έχει ακόμα κυκλοφορήσει το βασικό και πιο οικονομικό μοντέλο των 35 χιλιάδων δολαρίων.

Σύμφωνα με την αναφορά,  μία στις τέσσερις παραγγελίες του Model 3 ακυρώνεται, ένας αριθμός διπλάσιος απ' ότι πριν ένα χρόνο.  Για την προπαραγγελία ενός Model 3,  κάθε ενδιαφερόμενος πρέπει να καταθέσει 1000 δολάρια τα οποία και του επιστρέφονται σε περίπτωση ακύρωσης. Οι χρόνοι παράδοσης ενός Model 3 κυμαίνονται από 4 μήνες ως ένα χρόνο ενώ όσοι έχουν προπαραγγείλει το βασικό μοντέλο θα πρέπει να περιμένουν έως το 2020 προκειμένου να το οδηγήσουν. 

Η εταιρεία Needham & Co. αναφέρει ακόμα ότι οι πωλήσεις των Model S και Model X κρίνονται "ανεπαρκής"  ειδικά  μετά τον αυξανόμενο ανταγωνισμό που δέχεται η Tesla από κατασκευαστές αυτοκινήτων πολυτελείας. Νωρίτερα αυτό το μήνα, η Tesla  ανακοίνωσε ότι οι παραγγελίες και οι παραδόσεις για τα συγκεκριμένα μοντέλα αυξήθηκαν το τελευταίο τρίμηνο, παραμένοντας σε καλό δρόμο προς τον στόχο παράδοσης 100 χιλιάδων Model 3 τη φετινή χρονιά. Τον ισχυρισμό αυτό απορρίπτει η Needham & Co, αφού για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει η Tesla να παραδώσει 27% περισσότερα αυτοκίνητα το δεύτερο εξάμηνο του έτους, απ' ότι στο πρώτο.

Σε μία ακόμα προειδοποίηση τους, οι αναλυτές αναφέρουν ότι η κεφαλαιακή διάρθρωση της Tesla κρίνεται ως μη βιώσιμη καθώς η ταμειακή της ροή μειώνεται με γοργούς ρυθμούς. Η Needham & Co. πιστεύει ότι έως το 2020  η Tesla  θα έχει ξοδέψει χωρίς αντίκρυσμα περισσότερα από έξι δισεκατομμύρια δολάρια ενώ πιστεύει ότι η μετοχή της είναι ακόμα υπερτιμημένη παρά το γεγονός ότι η αξία της μειώθηκε κατά 16% από το υψηλότερο σημείο που είχε φτάσει τον Ιούνιο του 2017.

CNN